λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

99. Κώστας Μαλαξός-Αλεξάντερ: Καστελλόριζο


Στο Καστελλόριζο

Στη θύμησι της καταχνιάς σε βλέπω
Σαν άστρο μακρυνό θα τρεμοσβήνης!
Αχ! Πώς σε παίδεψε του χρόνου η απονιά!
Με κούρασι τα μάτια μισοκλείνεις
Σαν νάθελες να κοιμηθής παντοτεινά.

Στ' αδεια σου σπίτια τραγουδά ο άνεμος
Το μοιρολόγι φτώχειας, γύμνιας, μοναξιάς.
Σ' άφησαν τα παιδιά σου γι' άλλους τόπους
Σαν στη ζωή τα όνειρα μιανής καρδιάς
Για να θαφτούν στο δάκρυ και σε κόπους.

Στο σύθαμπο παλιών χαρών σε βλέπω
Νησί μου όμορφο, νησάκι των γονιών μου
Και στην υπόκρουσι του φλοίσβου τ' ορφανού
Με της ψυχής τ' αυτί και τον βαθύ καημό μου
Ακούω λαλιές του τραγουδιού σου του τρανού.

Νησί μου όμορφο, νησάκι των γονιών μου
Κουράσθηκε κι εγέρασες μαζί μου
Σαν άστρου της αυγής το φως σου σβήνει
Και σαν του κόσμου την αγάπη στην ψυχή μου
Προσμένοντας τον Ήλιο που λαμπρίνει.

-συλλογή "Στενάγματα στην καταχνιά", Μελβούρνη, 1965

Από τους Αντίποδες - τχ. 56/2010
Περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού
Συνδέσμου Μελβούρνης
(Αφιέρωμα στους Ομογενείς Λογοτέχνες)
*
Φωτ: DiGitaL LiFe

Ετικέτες , ,

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

80. Λορέντζος Μαβίλης: Κρήτη


Κρήτη

Σειρήνα πρασινόχρυση, με μάτι
Σαν της αγάπης, με λαχτάρας χείλια,
Αχτιδομάλλα, ορθοβύζα, με χίλια
Μύρια καμάρια και λέπια γεμάτη,

Τραγούδι τραγουδάς μες στη ροδάτη
Κατάχνια του πελάου, και στην προσήλια
Του αγέρος πλατωσιά και στα βασίλεια
Της γης πνοή το σέρνει μυρωδάτη:

"Σαν το γάλα της αίγας Αμαλθείας
Θρέφει θεούς και το φιλί μου εμένα.
Ελάτε να χαρήτε μες της θείας

Αγκαλιάς μου το σφίξιμο ενωμένα,
Πρόσφυγες της ζωής, δώρα άγια τρία'
Θάνατο, αθανασία κ' ελευτερία."

Από την παγκόσμιο ανθολογία -
Μεγάλη Ποιητική Εγκυκλοπαίδεια Ρίτας Μπούμη και Νίκου Παππά

Εκδ. Γ. Παπαδημητρίου, 1953

*
Φωτ: attacktv.gr
Η Πρέβελη, στη Νότια Κρήτη

Ετικέτες , , ,

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

79. Αλέκος Ε. Φλωράκης: Σαντορίνη


Σαντορίνη

Γνώριζε όλα τα σημάδια, όλους τους καιρούς,
πότε θα 'ρθεί βροχή, πότε αγέρας, πότε ερήμωση.
Και θα μπορούσε να 'τανε κορμός,
αν το κορμί του δεν τ' αυλάκωνε ένα ράγισμα,
που κάθε μέρα γινόταν πιο βαθύ.
«Είναι που έζησα από παιδί με τους σεισμούς,
προσμένοντας την τελευταία δόνηση».
Κι αυτά τα έλεγε πολύ απλά,
με τη γαλήνη φθινοπωρινού φύλλου.
Μόνο εχτές, κοιτάζοντας τη δύση,
έδειξε κάπως νευρικός, κάπως ανήσυχος.
«Θα πάρει σε τρεις μέρες δυνατός βοριάς.
Πρέπει να βρούμε κάβους,
να δέσουμε σκοινιά.
Πώς να σταθεί σε τόσο κύμα
ένα νησί από αλαφρόπετρα;»

Από την συλλογή Η προϊστορία του νερού
Εκδ. Πρόσπερος, 1990
*
Φωτ: boomsbeat.com

Ετικέτες , , ,

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

78. Πέτρος Αμπατζόγλου: Άνδρος


Τι θέλει η κυρία Φρήμαν

Και δε βλέπω γιατί να φύγουμε από την Άνδρο και να πάμε σε κάποιο άλλο νησί. Τι ν' αλλάξουμε και γιατί. Εδώ τα έχουμε όλα. Το δωμάτιο μας με τα καθαρά σεντόνια, με τη βεράντα, την κουζίνα μας με τα δυο ψυγεία, με το γκάζι μας, με τα παγωμένα φρούτα μας.

Μια χαρά όλα. Και από θέα το ωραιότατο λιμανάκι του Μπατσί, χωρίς τα φοβερά φεριμπότ που μοιάζουν με σκάφες. Το λιμανάκι μας γαλάζιο μέχρι πλήξης. Τότε ήταν το ίδιο, όμως μ' ελάχιστα σπίτια. Τότε θυμάμαι ένα ξενοδοχείο μονάχα. Λίγα παράθυρα, μια ταρατσούλα. Θυμάμαι, ήταν Πάσχα και μέναμε κάπου εκεί στα δεξιά, δίπλα στο φούρνο. Τότε ήταν διαφορετικά, νομίζω. Λέω τότε, αντί να πω πριν είκοσι πέντε χρόνια.

Είναι κάτι φοβερό, γιατί τα θυμάμαι όλα ακίνητα. Ακόμα και μας ακίνητους κάτω από κάτι αμμόδεντρα. Πολλά χρόνια. Ας είναι. Ήταν Ανάσταση και φάγαμε μαγειρίτσα στο μικρό εστιατόριο με τα κεριά αναμμένα... Νόστιμη ήταν, σπιτικιά, που λέμε. Όχι, δηλαδή, πως είμαι κανένας κοιλιόδουλος, λίγο φαΐ, αλλά καθαρό και νόστιμο. Έτσι είναι το σωστό. Μια χαρά είμαστε λοιπόν εδώ στην ωραία μας ακρογιαλιά, σχεδόν μόνοι, όπου να 'ναι τα παιδάκια θα φύγουν, δε βαριέσαι, άσ' τα να φωνάζουν, θα φύγουν κάποτε. Έχουμε και τη φέτα μας, ν' αγοράζεις πάντα μαλακιά φέτα, γιατί η σκληρή τρίβεται σαν ασβέστης. Έχουμε τις ντομάτες μας, το αλάτι μας, το αγγουράκι μας, το φρέσκο ψωμί μας. Τι άλλο θέλουμε. Άλλωστε, μην ξεχνάς πως νοστιμιά είναι απλούστατα η όρεξη που έχεις.

Γιατί λοιπόν ν' αλλάξουμε νησί. Όχι, πες μου. Έχω κι εγώ αυτή εδώ τη γωνιά, όπου ξαπλώνω στη σκιά μ' ένα στρώμα φύκια και συ πάλι απολαμβάνεις τον ήλιο και σιγοψήνεσαι όσο θέλεις. Κι έχει μια περίεργη υγρή δροσιά με μυρωδιά ιωδίου αυτή η σπηλιά. Όχι δα και σπηλιά, αλλά, ας πούμε, μια κοιλότητα βράχου και μ' αρέσει πολύ όπως μέσα από αυτή τη σπηλιά βλέπω έξω να φλέγεται ο τόπος. Είναι ωραία που πίνω έτσι το ούζο μου. Το ούζο είναι παυσίπονο. Έτσι μου είχε πει κάποτε η κυρία Φρίμαν.

Από το βιβλίο Τι θέλει η κυρία Φρίμαν
Εκδ. Κέδρος, 1987

*
Φωτ: panoramio.com
(by Vangelis Doutsio...)

Ετικέτες , ,

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

77. Βασίλης Καραβίτης: Πασαλιμάνι


Πασαλιμάνι 1970

Τσιμέντο άφθονο σκέπασε
Τις παιδικές μας πατημασιές
Τα ίχνη των πνιγμένων
Κι αυτών που ναυαγήσαν στην στεριά.
Τέτοιαν ώρα ανεβάζει η θάλασσα τον καημό τους.
Ξυπνάει τους ενοίκους της πλατείας
Βγαίνουν τρομαγμένοι στην πόρτα τους
Κι εκθέτουν κλεψίγαμα όνειρα.
Τ' αφήνουν εκεί χωρίς σημείωμα
Και ξαναπάνε για ύπνο.

Μου ταιριάζουν αυτά τα σπίτια.
Αυτό το λιμάνι.
Αυτή η σταματημένη θάλασσα
που ξέχασε την πηγή της.

Από το βιβλίο Φόρμουλες για μιαν άγνωστη ζωή
Εκδ. Διαγώνιος, 1982

*
Φωτ: greecephotos.gr

Ετικέτες , , ,

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

76. Νίκος Λάζαρης: Λυκόβρυση


Ηχώ των προαστείων

Αν περάσεις από τη Λυκόβρυση
κοίταξε για λίγο τα βουνά που καθρεφτίζονται
στις ράχες των σπιτιών, το παλιό υδραγωγείο,
τον αχυρώνα (λίκνο των παιδικών μας χρόνων)
τα κυπαρίσσια που στέκονται μέρα-νύχτα σ' ετοιμότητα
σαν άντρες εκτελεστικού αποσπάσματος.

Αν περάσεις από τη Λυκόβρυση
κοίταξε τους πιστούς που βαδίζουν με τα γόνατα
στο δρόμο που οδηγεί στο μοναστήρι της Χρυσοβαλάντου,
τα έρημα σφαγεία, το νεκροταφείο αυτοκινήτων σ' ένα οικόπεδο
της Δυτικής πλευράς, τα εργοστάσια μαρμάρων
που το γάλα τους ταΐζει την αυγή τα πουλιά.

Αν περάσεις από τη Λυκόβρυση
κοίταξε τα χρωματιστά νερά της Δύσης
καθώς πέφτουν στις πλάκες του ηλιακού χωριού,
το λόφο των σκουπιδιών στο δάσος, την τσάπα
το φτυάρι, το ζεμπίλι, τις στέρνες που απόμειναν
— μουσειακά εκθέματα μιας άλλης ζωής'

κι ύστερα σκύψε πάνω στη γη ν' ακούσεις
το θρόισμα των ψυχών
και μέτρησε όσους στο μικρό τούτο τόπο
βουλιάζουν μέσα στην πλήξη και την άγνοια,
αυτούς που ο φόβος ύπουλα
τους μαχαιρώνει στα σκοτεινά
κι εκείνους που όρθιοι πίσω
από κλειστά παράθυρα μαραίνονται
σαν τσαμπιά πάνω σε κλήματα
που κανένα στοργικό χέρι κηπουρού
δε φρόντισε να κόψει.

Από το Πλανόδιον
τχ. 12 / Ιούν. 1990

*
Φωτ: wikipedia.org
Γειτονιά στη Λυκόβρυση

Ετικέτες , ,

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

75. Τάσος Γαλάτης: Θήβα


Στις γειτονιές της Θήβας

Ποιος δε θυμάται, ποιος δε μνημονεύει
τις σημαδιακές στιγμές της δυναστείας μας
τη φονική συνάντηση στο τρίστρατο
την αναρρίχηση του Οιδίποδα στο θρόνο της Καδμείας
τους μαντικούς παροξυσμούς του Τειρεσία
τις αμετάκλητες διακηρύξεις του Κρέοντα
τις διαδοχικές εξάρσεις του λοιμού.

Όμως κανείς δε συλλογιέται
ότι εδώ σ' αυτές τις γειτονιές της Θήβας
τέσσερα μικρά παιδιά
χωρίς να υποψιάζονται την αιμομικτική τους φύτρα
χωρίς να νοιάζονται πως ήταν βασιλόπουλα
η Αντιγόνη κι η Ισμήνη έπαιζαν τις αιώνιες μητέρες
βυζαίνοντας τις πήλινες πλαγγόνες τους
ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης παρίσταναν τους πολεμάρχους
πλέκοντας ασπίδες από λυγαριές και βούρλα
κι όλοι μαζί στην κάψα του καλοκαιριού
τσαλαβουτούσαν στα νερά της Δίρκης.

Κι από μακριά, πολύ μακριά
σαν να ξεκινούσε οπό την αρχή του κόσμου
τις νύχτες της αγρύπνιας έφτανε στα αυτιά μας
ο θρήνος ενός αγοριού παρατημένου στα λογγά του Κιθαιρώνα.

Τώρα που κατακάθισε ο κουρνιαχτός της ιστορίας
αυτά τα ασήμαντα συμβάντα
είναι που δοξάζουν τη δυναστεία μας
αυτά μας στέριωσαν και δε λυγίσαμε
στα χρόνια του λοιμού.

Από την Φιλολογική πρωτοχρονιά 2009
Εκδόσεις: Μαυρίδη

*
Φωτ: thiva.gr

Ετικέτες , ,

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

74. Θανάσης Βενέτης: Φθιώτιδα


Νομός Φθιώτιδας

Θα σου δείξω πως μεγάλωσα
με φως κλεμμένο από αστροφεγγιές,
ένα ήμερο ποτάμι που πότιζε όνειρα
τα βουνά που με δίδαξαν τι θα πει
ενατένιση.

Θα σε πάρω δίπλα στα βουρκόνερα
κοντά στις καλαμιές και τα χαλίκια.
Τζιτζίκια θα τρυπάνε τα σεντόνια
της σιωπής, ένας αναστεναγμός θα βόσκει
στο άπειρο.

Από την ανθολογία 53 Φωνές
Εκδόσεις: Πρόσπερος, 1987

*
Φωτ: teras.gr
Ορεινή Φθιώτιδα - στον σιδηροδρομικό σταθμό Μπράλου

Ετικέτες , ,

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

73. Christopher Merrill: Άθως


Ταξίδι στον Άθω

Δυστυχώς, η δική μου πνευματική ανεστιότητα απέκτησε από περιεχόμενο στο Βατοπέδι, όταν δεν μπόρεσα να πείσω τον αρχοντάρη να παραβλέψει το γεγονός ότι δεν είχα αναγγείλει προηγουμένως την πρόθεσή μου να διανυκτερεύσω. Το επόμενο μοναστήρι, η μονή Παντοκράτορος, απείχε αρκετά χιλιόμετρα, και όταν ξεκίνησα - χωρίς να υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα έβρισκα κατάλυμα εκεί - με έπιασαν κράμπες στα πόδια και ο σβέρκος μου πονούσε. Ένας εργάτης προσφέρθηκε να με πάει με το αυτοκίνητο ως την κορυφή του πρώτου λόφου, αλλά από εκεί έπρεπε να σύρω τα πόδια μου μέσα στη σκόνη μέχρι ένα άλσος με βελανιδιές, μετά μέσα από φτέρες, αγκαθωτούς θάμνους και κουφοξυλιές ως τον γκρεμό πάνω από έναν πύργο-παρατηρητήριο κι ένα κελί. Είχε σχεδόν σουρουπώσει, όταν από κάποιο ακρωτήριο δίπλα στη θάλασσα αντίκρισα επιτέλους τη Μονή Παντοκράτορος. Αυτό ήταν το τελευταίο ιδιόρρυθμο μοναστήρι που επέστρεψε στο κοινοβιακό πρότυπο, και οι μοναχοί προετοιμάζονταν με ενθουσιασμό να γιορτάσουν την Κοίμηση και τη γιορτή της μονής, τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Όταν ο αρχοντάρης μου έδωσε ένα δωμάτιο με θέα στη θάλασσα, δόξασα τον Θεό. Σε χρόνο μηδέν έπεσα σε βαθύ ύπνο.

Από πόρτα σε πόρτα, από κόσμο σε κόσμο - αυτή ήταν η οπτική εντύπωση που μου γεννήθηκε παρακολουθώντας τη Λειτουργία από τον τζαμωτό νάρθηκα του καθολικού.

Έξω ο ήλιος ανέτειλε κόκκινος πάνω από τη θάλασσα φωτίζοντας την πλακόστρωτη αυλή που ακολουθούσε την κατωφέρεια του εδάφους πέρα από την εκκλησία, τις πορτοκαλιές σε άσπρες γλάστρες γεμάτες βότανα, έναν προσκυνητή που βάδιζε κάτω από μια καμάρα, μια γάτα κουλουριασμένη πάνω στις σκάλες. Μέσα οι εικόνες ήταν τόσο μαυρισμένες που μπόρεσα να διακρίνω μόνο αυτές του Χριστού Παντοκράτορος και της Παρθένου Γερόντισσας, μιας από τις τρεις εικόνες που προστατεύουν το Άγιον Όρος, που, καθώς λέγεται, διέταξε κάποτε έναν ιερέα να ολοκληρώσει γρήγορα την Ακολουθία ώστε ο ηγούμενος να λάβει τη Θεία Μετάληψη προτού ξεψυχήσει.

«Τα πιο αφρόντιστα πράγματα είναι κατά κάποιο τρόπο όμορφα» γράφει ο ποιητής Τζον Άσμπερι «και η αφροντισιά είναι αυτή που κάνει την πειραματική τέχνη όμορφη, όπως όμορφες είναι οι θρησκείες λόγω της μεγάλης πιθανότητας να έχουν θεμελιωθεί στο τίποτα.»

Κρίστοφερ Μέριλ

Μετάφραση: Νίκος Κούτρας

από το βιβλίο Ταξίδι στον Άθω
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2004

*
Φωτ: imma.edu.gr
Η μονή Εσφιγμένου

Ετικέτες , ,

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

72. Νίκος Καββαδίας: Θεσσαλονίκη


Θεσσαλονίκη ΙΙ
στη Μυρτώ Κουμβακάλη

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι' ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου 'γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
- της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι -
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο - μάδησε κι έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει, -
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά τής πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι' αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.
4-1-74

Από την Συλλογή Τραβέρσο
Εκδόσεις: Κέδρος 1981
*
Φωτ: Discover Greece

Ετικέτες , , ,

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

55. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Κόρινθος



Κόρινθος

Φτάσαμε με κόπο στο ύψωμα. Ο δρόμος κουλουριάζεται μέχρι τη θάλασσα
εκεί που ο ήλιος κατηφορίζει θρυμματίζοντας το άσπρο xαλίκι σε φως
και το λουλάκι του ουρανού ψήνει την άσφαλτο σκαρφαλώνοντας ως τους στρατώνες

Σ' αυτό τον ερημότοπο με το λειψό νερό, τον αφιλόξενο ήλιο
ήταν τα μάρμαρα ζεστά και κλάψαμε δίπλα στις πεσμένες κολόνες
και κάποιος xάραξε στο περιστύλιο τ' όνομά του'

Ούτε ένα σxήμα καραβιού στο αxνιστό απομεσήμερο. Η αντικρινή στεριά
και ο ήλιος να χορεύει στις βεράντες του Saint George Hotel. Όλα είναι έτοιμα
τα φρούτα στον πάγο, τα σερβίτσια ανέγγιχτα
και οι λέξεις κομψά ταιριασμένες σε μιαν ανύπαρκτη σχέση. Αργότερα μένει
το μαλακό φως πίσω απ' τα μάτια σου στον άλλο ουρανό. Μα τώρα
που η αγωνία πυκνώνει και η μοναξιά του αρμυρού νερού δεν ξεδιψά
μας γέννησε η ένοχη σχέση, μας πεθαίνει
η ευθύνη της σκηνοθετημένης εκλογής. Τι γυρεύαμε
σ' αυτές τις ξαπλωμένες κολόνες που δεν ονειρεύονται
τι να ζητούσαμε

Από το βιβλίο Ο δύσκολος θάνατος
Εκδόσεις: Νεφέλη, 2007
*
Φωτ: Panos Voliotis, από greecescene.com


Ετικέτες , , , ,

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

54. Δημήτρης Γαλάνης: Αττική



Αττική

Το Γκάζι'
οι καμινάδες της "Λατώ"'
το Μπαρουτάδικο.

Η γιαγιά μου η Πάρνηθα,
ο παππούς μου ο Υμηττός
με μαυρισμένα γένια.

Στο βάθος ο Σαρωνικός
μ' ένα πελώριο μάτι από μαζούτ,
το σαπισμένο xνώτο του "Εντερπράιζ".
Ομολογώ: Δε βλέπω άλλη διέξοδο.
Θα φύγουμε από τούτον το Πολύφημο,
τούτη τη μολυσμένη σπηλιά
κάτω απ' τις κοιλιές των προβάτων.

Από το βιβλίο Εξέδρα
Αθήνα, 1973

*
Φωτ: members.virtualtourist.com, by janetanne

Ετικέτες , , ,

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

53. Γεράσιμος Δενδρινός: Ελευσίνα



Άλκης

Ένα ελάχιστα φωτισμένο γκαζάδικο έπλεε αργά προς τη Νέα Πέραμο, και από τη Σαλαμίνα αντίπερα, εκτός από τα νυσταλέα, τρεμουλιαστά φώτα του χωριού Μπατσί, άλλο τίποτε' μόνο το βλέμμα του Άλκη, χαμένο σ' αυτές τις εικόνες και η πνοή του σιρόκου να νοτίζει τρυφερά το δωμάτιο. Ένα τσιγάρο μισοκαμένο στο τασάκι, δίπλα σε βιβλία και ανοιγμένα τετράδια με διορθώσεις και διαγραμμένες στροφές στίχων, ενώ, απ' την άλλη κάμαρη, η ξεθυμασμένη μυρωδιά του μεσημεριανού φαγητού κι ο σπασμωδικός ξερόβηχας της μάνας του.

Στο νου του στροβιλίζονταν σκηνές της προxθεσινής νύxτας: Απεγνωσμένη πορεία μέσα στη σκιά του μαντρότοιχου του εργοστασίου "Κρόνος", ανακατωμένη με το απόμακρο φως των φαναριών της παραλίας, κάτω απ' την αραιή συστάδα των πανύψηλων ευκάλυπτων που τη νύχτα φωλιάζουν σπουργίτια, το εσπευσμένο βήμα στους γύρω δρόμους, η ερωτική μανία του και τέλος, κάπως αργά, εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, πριν από την άφιξη των φορτηγών, ως λυτρωτκή ανταμοιβή για τους λαθραίους επισκέπτες, τα διερχόμενα σιγά σιγά αυτοκίνητα με τα σκοτεινά πρόσωπα των οδηγών, που η καύτρα του τσιγάρου, τους xαρίζει πίσω απ' το παρμπρίζ μια φευγαλέα ανταύγεια.

Ο Άλκης περιφερόταν μάταια σ' αυτά τα μέρη. Πλησίαζε κιόλας έντεκα και η νύxτα ήταν δροσερή από την αύρα του καναλιού. Ο κίτρινος δίσκος του φεγγαριού έγερνε στο βουνό της Σαλαμίνας, τα σκυλιά ήταν ακόμη μακριά, τ' αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στην παραλία ελάχιστα, και στην οδό Κανελλοπούλου μόνο εκείνος πρόβαλλε κατ' αραιά διαστήματα ως μοναδική παρουσία απ' το αρρωστημένο φως του δρόμου στη σκοτεινιά της "Ελαιουργικής".

Από το βιβλίο Άλκης
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2003

*
Φωτ: Fotis Marinelis από το matkustajalaivat.com


Ετικέτες , ,

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

52. Γιώργος Χρονάς: Πέραμα



Πέραμα

Κάθε φορά που η αίσθηση της παρουσίας
μέσα στην ανώνυμη κάμαρα προσπαθεί να συλλάβει
στο κλάσμα του δευτερολέπτου την ηδονή
ξεπροβάλλει σπαραxτικά μόνο το Πέραμα
όπως το είδαν τα παιδιά εκείνη την Κυριακή
που ο φωτογράφος έξω από τις ταβέρνες
με τα γραμμόφωνα και τον τραγουδιστή με τη xωρίστρα στη μέση
στις επτά το πρωί φωτογράφιζε τη μάνα του Νέρωνα και του Αλκιβιάδη
με φόντο τη Σαλαμίνα, τα καρνάγια και τις βάρκες που σαπίζαν στα νερά.

Από το βιβλίο Τα αρχαία βρέφη
Εκδόσεις: Άκμων, 1980

*
Φωτ: www.panoramio.com, by fabioschon

Ετικέτες , ,

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

51. Johannes Edfelt: Πειραιάς



Ωδή στον Πειραιά

Εσείς να πιείτε, δέντρα του Λυκαβηττού, την τελευταία γουλιά
που σας κερνάει ο ταβερνιάρης Ήλιος. Μα το τραγούδι αυτό
το διονυσιακό που ακούγεται τώρα καθώς η νύχτα πέφτει
από ένα ραδιόφωνο, που βήχει σαν φυματικό,
εδώ σε κάποιο καταγώγι στο λιμάνι, σ' έναν Πειραιά γκρίζο και μουχλιασμένο:
κατακάθια κρασιού, καπνός, αργή και ανόρεχτη χαρτοπαιξία,
γάτες λειψές, σαν σκελετοί κάτω από τα τραπέζια τριγυρνούν...
Έτσι πεθαίνει μια μέρα στην Ελλάδα. Σκαμμένα πρόσωπα
που γρήγορα θα σβήσουν. Άρρωστο φως σαν περασμένο από βρώμικο
γυαλί ή διάφανο χαρτί απλώνεται στους δρόμους,
όπου φουσκώνει ανθρωποθάλασσα, ποτάμι αναβλύζει το αίμα,
με πυρετό και δύναμη υψώνεται η βουή
και κορυφώνεται - ώσπου να βυθιστεί. Κι εκεί ψηλά
η Ακρόπολη σκεπάζεται απ' τον γαλάζιο θόλο της σιωπής της,
-Ψυχές στοιβάζονται στη συνοικία του λιμανιού' ο αγώνας
για ζωή δεν έχει τέλος' με αιώνιο πόνο υφαίνεται
το υφάδι αυτό της μοίρας του ανθρώπου. Τα μεγαλεία τώρα -
τα σπουδάζουν αρχαιολόγοι! Αλλά η μπόχα, η στέρηση -
η αλήθεια ενός κενού που ανοίγεται ανάμεσα στα κύματα! - Ω ψυχές, μνήμες κρυμμένες
ημερολόγια καταστρωμάτων, εκεί που οι αποστάσεις ανασαίνουν' βουίζουν οι ακτές
πορφυρές σαν ιβίσκοι και κίτρινες σαν το μέλι, σε μια λάμψη της θάλασσας
τα δελφίναι χορεύουν τριγύρω απ' την πλώρη' εκεί που νησιά κοραλένια ξανθά
ευωδιάζουνε γράμματα που έγραψαν χέρια θαλασσινών.
Ετοιμόρροπες αποθήκες, γραφεία με λογιστικά βιβλία
και λογαριασμούς, όπου όλα έχουν καταχωρηθεί σχολαστικά
γκρίζες κολόνες που στηρίζουν τη ζωή μας' εκεί που έχουνε γραφτεί
δόξες κατολισθήσεις' ναυάγια του μεγάλου ταξιδιού!
-Ξάφνου σηκώνεται άνεμος' η θάλασσα αγριεύει.
Σκοτείνιασε της Αίγινας ο κόλπος.
Σαλπάρει μαύρο σύννεφο, φαρδύ σαν τη σχεδία του Οδυσσέα.
Εσείς να πιείτε, δέντρα του Λυκαβηττού, την τελευταία γουλιά. -

Γιοχάνες Έντφελτ

Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
Επιμέλεια: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

από την Σύγχρονη Σουηδική Ποίηση
Εκδόσεις: Γνώση, 1994
*
Φωτ: του michelleadams629 από το photobucket.com

Ετικέτες , , ,

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

50. Virginia Woolf: Αίγινα



Ελλάδα και Μάης μαζί

Ω η βροχή, η βροχή! Αυτό την άλλη μέρα στην Αίγινα. Αυτό το όμορφο μαλακό νησί, με το ηλιοψημένο μονοπάτι, τη θάλασσα και την ακρογιαλιά, τα μικρά ροζ και κίτρινα σπίτια, το θυμάρι, την απότομη λοφοπλαγιά, το Ναό, σκελετώδη, κυρίαρχο, τους κόλπους ξέχειλους από θάλασσα — όλα αυτά δεν ήταν παρά ψύχρα, ομίχλη, βροχή, Αμερικάνοι μαζεμένοι γύρω από έναν κοκαλιάρη καθηγητή' και μεις ζαρωμένοι κάτω από ένα πεύκο που άφηνε τη βροχή να περνάει. Αλλά ακόμη κι έτσι, ο Ρότζερ έλεγε «Σπουδαίο, σπουδαίο», ένας ναός από ψαμμόλιθο καλύτερος απ' το Σούνιο. Καταπληκτικό το τι μπορεί να κάνει μια μεγαλοφυΐα σ' έναν τόσο μικρό χώρο — ιδού οι τέλειες αναλογίες — και η βροχή μάς ανάγκασε να κατηφορίσουμε όσο πιο γρήγορα γινόταν για το πλοίο μας.

Virginia Woolf

Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου

από το βιβλίο Ελλάδα και Μάης μαζί
Εκδόσεις: ύψιλον, 1996

*
Φωτ: twip.org


Ετικέτες , ,

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

49. Ζέφη Δαράκη: Πόρος



[Κάποτε καλοκαίριασε]

Κάποτε καλοκαίριασε
κι ο Πόρος ξανάγραψε τους βυθούς του

Σαν μπλε του ήλιου το νερό στο ποτήρι
Τυλιγμένος στις φλόγες του Αυγούστου
λες και δεν ήσουν εκείνος ο άγνωστος
ο γόης του δρόμου
Το αόρατο γύρω απ' το σώμα
Λες και δεν ήσουν εκείνος ο τρελός
με τη μοτοσικλέτα
Λες και δεν ήμουν εκείνο το δωμάτιο
Το μικρό καρυδένιο κρεβάτι
να τεντώνει το φιλί στο σεντόνι

Τυλιγμένη στις φλόγες του Αυγούστου
λες και δεν ήμουν εκείνο το κλάμα
Εκείνο το κύμα να βουλιάζει
το φιλί στον καθρέφτη

Έρωτα τώρα καταλαβαίνεις
Ήσουν η ανταμοιβή μου
για τα χρόνια που πέρασα στο ποτάμι
με δυο αδερφούς
και τρεις πατεράδες αδέκαστους

* * *



[Δεν έχω δίκιο]

Δεν έχω δίκιο έχω άδικο έτσι να με πονάνε τώρα τα βήματά μου

Όπως τότε σχεδόν ξυπόλητη
Να λάμπουνε στη θάλασσα του Πόρου
τα περασμένα. Στην Ύδρα δίπλα στο νερό
σταματημένες ψαλμωδίες στη μέση απ' τα κανόνια
άφωνα μνήματα σε φράχτες

Κατηφορίζοντας αίθουσες διαλέξεων δεν έχω δίκιο
έχω άδικο να φοράω γυαλιά ηλίου σα να με κάνει
η νύχτα στη Βουκουρεστίου να κλαίω

από το βιβλίο Ζέφη Δαράκη, Η θλίψη καίει τις σκιές μας
Εκδόσεις: Νεφέλη, 1995

Ετικέτες , , ,

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

48. Λύντια Στεφάνου: Ύδρα



Ύδρα

Βαρύ το μεσημέρι' τα κορμιά
δεμένα σαν τα καράβια, σαν τα νερά,
στο πέτρινο ακρογιάλι. Ολοένα δυσκολεύει η ανάσα, ολοένα
όπως ψηλαφούμε μέλη ουδέτερα, κρυφές γραφές,
πρόσωπα γυμνά, σβησμένα στο άσπρο,
γυρεύοντας επίμονα ένα χώρο που δεν είναι πια δικός μας.

Αφουγκραζόμαστε τις ρίζες, που προχωρούν
μοναχικές,
σχεδόν αυτάρκεις, κάτω απ' την πέτρα,
να δέσουμε τον ήχο τους με τη φωνή μας
και την άλλη φωνή, που πήρε η θάλασσα
-να βρούμε τη φωνή μας.

Πάνω μας, το παλιό κανόνι, αδιάφορο
σαν το άδειο μάτι ενός κύκλωπα
που ξόδεψε τη δύναμή του ν' ανεβάζη
τις μεγάλες πέτρες στο φως
κ' είδε μια μέρα,
με το τρομερό του μάτι
είδε να γκρεμίζει το γιγάντιο τείχος,
είδε τον ήλιο μονομιάς ν' αδειάζη
τινάζοντας μαύρες φωτιές!..
Τώρα αναπαύεται εν ειρήνη κάτω απ' τα ερείπια...

Σπίτια χτισμένα κάθετα στο βράχο,
με τα βαριά κλειδιά στην ξώθυρα'
κανείς δεν άνοιξε, κανείς δεν πίστεψε
πως ήταν σπίτια...- ένα σκηνικό.
Δυο προσωπεία από γύψο στους γυμνούς τοίχους, κι ανάμεσά τους
το πρόσωπο
με την ακίνητη έκφραση..- ένας άλλος πόνος.

Πλάι στα νερά, ένα καράβι - αρχαίο φυτό,
και σκυλί ασάλευτο στην πλώρη
κοιτάζει εκεί που δεν τολμούμε
οσμίζεται ίσως
τις σκιές κάποιων νεκρών,
που στοίχειωσαν στην άλλη ακρογιαλιά.

Κραυγή απ' το χέρι εφιάλτη φιμωμένη
- άραγε θα μας γνώριζαν,
θα μας γνώριζαν απ' ό,τι μένει
στη φωνή του αίματος,
στη ρίζα της φωνής,
αυτοί που μέτρησαν το αίμα με το αίμα,
το αίμα με το ξύλο της ζωής,
αυτοί
που πήραν τα καράβια κ' έγιναν
φωτιές στη μέση του πελάγου,
αυτοί που γύρισαν με φλάμπουρα
σημαίες,
και το φαρδύ τους στήθος
στολισμένο δάφνες,
κ' ύστερα κάψανε τις δάφνες,
ν' ακούν σωστά
τον χτύπο της καρδιάς τους,
αυτοί
που πήραν τούτο το νησί
στους ώμους
και το ταξίδεψαν στην άκρη του καιρού
θα μας γνώριζαν απ' τη φωνή
αυτοί
που εμείς ξεχάσαμε τη φωνή τους
κ' έμειναν ένα όνομα να ψηλαφούμε πάντα στις πέτρες
μα δε μπορούμε
γιατί έγινε ένα
με τις πέτρες που μας πληγώνουν
ένα με τ' αξεδιάλυτα
σημάδια του ήλιου
- που ανεβαίνει μόνος.
λαμπρός, ανέγγιχτος
στο φοβερό γαλάζιο...

από την Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη (τόμος 3ος)
Έκδοση: Τα Νέα Ελληνικά, 1972

*
Φωτ: worldisround.com

Ετικέτες , , ,

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

30. Roberto Fernández Retamar: Επίδαυρος



Επίδαυρος

Αν ανάψεις ένα σπίρτο στην Επίδαυρο
Η ανάφλεξη ακούγεται στις πρώτες κερκίδες,
Και στις άλλες πιο πάνω
Και στις τελευταίες εκεί που απ' την απόσταση
Οι άνθρωποι μοιάζουν ασαφείς πιθανότητες.
Αν χτυπήσεις στην Επίδαυρο,
Ο χτύπος ακούγεται πιο ψηλά, μέσα στα δέντρα
Στον αέρα. Αν τραγουδήσεις στην Επίδαυρο,
Το γνωρίζουν τα βουνά, τα σύννεφα, ο κόλπος
Τα νησιά στήνουν αυτί.
Οι άλλες χώρες γέρνουν λίγο
Ν' ακούσουν που τραγουδάνε στην Επίδαυρο.

(Τότε, κατεβαίνοντας τα σκαλιά που ανέβαιναν τρέχοντας
Σαν σκυλιά τα εξάμετρα, σκέφτεσαι; ποιος ακούει όταν
Κάποιος ανάβει μια φωτιά ή λέει ένα τραγούδι;)

Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ
Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

από το βιβλίο
Η παρουσία της Ελλάδας στην ποίηση της Λατινικής Αμερικής
(Ρήγα Καππάτου και Pedro Lastra)
Εκδόσεις: Εκάτη, 2003

*
Φωτ: methana.de

Ετικέτες , , ,

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

1. Κώστας Καρυωτάκης: Αθήνα


Αθήνα

Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη
η Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα.
Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.

Στά σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.

Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.
Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ' αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.

Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας
πουλάκια το ένα τ' άλλο κυνηγούνε
τ' Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας.

-συλλογή "Η σκιά των ωρών"-

*
Φωτ: malloryontravel.com

Ετικέτες , , ,