λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

48. Λύντια Στεφάνου: Ύδρα



Ύδρα

Βαρύ το μεσημέρι' τα κορμιά
δεμένα σαν τα καράβια, σαν τα νερά,
στο πέτρινο ακρογιάλι. Ολοένα δυσκολεύει η ανάσα, ολοένα
όπως ψηλαφούμε μέλη ουδέτερα, κρυφές γραφές,
πρόσωπα γυμνά, σβησμένα στο άσπρο,
γυρεύοντας επίμονα ένα χώρο που δεν είναι πια δικός μας.

Αφουγκραζόμαστε τις ρίζες, που προχωρούν
μοναχικές,
σχεδόν αυτάρκεις, κάτω απ' την πέτρα,
να δέσουμε τον ήχο τους με τη φωνή μας
και την άλλη φωνή, που πήρε η θάλασσα
-να βρούμε τη φωνή μας.

Πάνω μας, το παλιό κανόνι, αδιάφορο
σαν το άδειο μάτι ενός κύκλωπα
που ξόδεψε τη δύναμή του ν' ανεβάζη
τις μεγάλες πέτρες στο φως
κ' είδε μια μέρα,
με το τρομερό του μάτι
είδε να γκρεμίζει το γιγάντιο τείχος,
είδε τον ήλιο μονομιάς ν' αδειάζη
τινάζοντας μαύρες φωτιές!..
Τώρα αναπαύεται εν ειρήνη κάτω απ' τα ερείπια...

Σπίτια χτισμένα κάθετα στο βράχο,
με τα βαριά κλειδιά στην ξώθυρα'
κανείς δεν άνοιξε, κανείς δεν πίστεψε
πως ήταν σπίτια...- ένα σκηνικό.
Δυο προσωπεία από γύψο στους γυμνούς τοίχους, κι ανάμεσά τους
το πρόσωπο
με την ακίνητη έκφραση..- ένας άλλος πόνος.

Πλάι στα νερά, ένα καράβι - αρχαίο φυτό,
και σκυλί ασάλευτο στην πλώρη
κοιτάζει εκεί που δεν τολμούμε
οσμίζεται ίσως
τις σκιές κάποιων νεκρών,
που στοίχειωσαν στην άλλη ακρογιαλιά.

Κραυγή απ' το χέρι εφιάλτη φιμωμένη
- άραγε θα μας γνώριζαν,
θα μας γνώριζαν απ' ό,τι μένει
στη φωνή του αίματος,
στη ρίζα της φωνής,
αυτοί που μέτρησαν το αίμα με το αίμα,
το αίμα με το ξύλο της ζωής,
αυτοί
που πήραν τα καράβια κ' έγιναν
φωτιές στη μέση του πελάγου,
αυτοί που γύρισαν με φλάμπουρα
σημαίες,
και το φαρδύ τους στήθος
στολισμένο δάφνες,
κ' ύστερα κάψανε τις δάφνες,
ν' ακούν σωστά
τον χτύπο της καρδιάς τους,
αυτοί
που πήραν τούτο το νησί
στους ώμους
και το ταξίδεψαν στην άκρη του καιρού
θα μας γνώριζαν απ' τη φωνή
αυτοί
που εμείς ξεχάσαμε τη φωνή τους
κ' έμειναν ένα όνομα να ψηλαφούμε πάντα στις πέτρες
μα δε μπορούμε
γιατί έγινε ένα
με τις πέτρες που μας πληγώνουν
ένα με τ' αξεδιάλυτα
σημάδια του ήλιου
- που ανεβαίνει μόνος.
λαμπρός, ανέγγιχτος
στο φοβερό γαλάζιο...

από την Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη (τόμος 3ος)
Έκδοση: Τα Νέα Ελληνικά, 1972

*
Φωτ: worldisround.com

Ετικέτες , , ,

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

47. Zeki Ömer Defne: Αϊβαλί


Ραντεβού στο Αϊβαλί
Αφιερώνεται στον Έρμο Αργαίο

Του Μαγιού με τα κεράσια και τα τριαντάφυλλα
Η ζεστασιά καθώς θ' αρχίσει στο Αϊβαλί να κατεβαίνει
Απ' τους μπαχτσέδες και την ποίησήη του
Εσείς, εγώ, ο Γιορουλμάζ
Με ρακί καζανιαστό
Και κονιάκ ελληνικό
Έτσι μια μέρα να σμίξουμε η πεντάδα
Στου Σεϊτάνσοφρά σε μια γωνιά
Της θάλασσας καθώς θ' αρχίζει η φωταψία ένα δείλι.
Έτσι κάπου να κάτσουμε
Και τον ήλιο μας κανείς μη μας τον κρύψει
Του απομεσήμερου τον ορίζοντα να σκοτεινιάσει
Κανείς να μην τολμήσει το τραπέζι μας μακριά να πάρει
Απ' τις όμορφες εκείνες που ζούμε ώρες
Σε τέτοιον τόπο να σταλιάσουμε
Όπου ποτήρι κανενός τη φιλία μας θα σκιάσει.
Να πιούμε παρέα γεμίζοντας
Απ' του ολόγιομου φεγγαριού κομμένο το ποτήρι στην Ανατολή
Και απ' την ίδια χρυσή κούπα πίνοντας κρασί
Ο Ποσειδώνας με το Διόνυσο στη Δύση
Την ίδια στιγμή σηκώνοντας τα ποτήρια
Και στέλνοντας μηνύματα
Να πιούμε στην υγειά της ανθρωπιάς, και της φιλίας
Κι ας λένε πώς αυτό είναι μια ουτοπία...
Να πίνουμε αιώνια αδελφωμένοι
Τραγουδώντας και απαγγέλοντας ποιήματά μας
Και της κιθάρας οι μελωδίες στ' αυτιά μας να ηχούνε
(1977)

Ζεκί Ομέρ Ντεφνέ

Μετάφραση: Έρμος Αργαίος

από την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης
Εκδόσεις: Αλφειός, 1981

*
Φωτ: Welcome to greece2india Blog
To Αϊβαλί, όπως φαίνεται από το Μοσχονήσι.


Ετικέτες , ,

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

46. Ilya Ehrenburg: Μόσχα


Άνθρωποι Χρόνια Ζωή

Όλα αλλάξανε μα κατά κάποιο τρόπο περισσότερο απ' όλα άλλαξε η Μόσχα. Όταν ξαναφέρνω στη μνήμη μου τους δρόμους των παιδικών μου χρόνων, μου φαίνεται πως τους είδα στον κινηματογράφο.

Η πιο αινιγματική εικόνα απ' όσες ξανάρχονται στο μυαλό μου, είναι ίσως ο ιπποκίνητος τροχιόδρομος. (Θυμάμαι την ημερα που βαλαν μπρος το πρώτο τραμ — απ' το σταθμό Νικολάγιεβσκη μέχρι την πλατεία Στρασνάγια στεκόμασταν αποσβολωμένοι μπροστά στο θαύμα της τεχνικής και οι σπινθήρες του τρολλέ μας είχαν συγκλονίσει όσο συγκλονίζουνε τώρα τους ανθρώπους οι σπούτνικ.)

[....] Το καλοκαίρι η Μόσχα είταν καταπράσινη, τον χειμώνα κάτασπρη. Δεν καθαρίζανε τους δρόμους απ' το χιόνι και μέχρι τις απόκριες οι σωροί υψώνονταν πελώριοι. Τα έλκυθρα γλυστρούσαν αθόρυβα. Τον Μάη, τα στενά, κακοστρωμένα πεζοδρόμια τα σκέπαζε το χιόνι της πασχαλιάς: μπροστά στα σπίτια υπήρχαν μικροί κήποι, όλοι με τον φράχτη τους. Χρυσίζανε ή φαντάζανε γαλάζιοι οι τρούλοι των εκκλησιών. Πάνω απ' τα σπίτια προβάλανε κάτι αινιγματικά κτίσματα — οι βίγλες των πυροσβεστικών τμημάτων' στις κορφές τους κρέμαγαν μπαλόνια που σε βοηθάγανε να καταλάβεις σε ποια μεριά της πόλης γινόταν πυρκαϊά. Οι συνοικίες της πόλης διακρίνονταν επίσης ανάλογα με το χρώμα των αλόγων της πυροσβεστικής: αλιτζένιες, άσπρες, κορακάτες. Όταν το κρύο έφτανε στους εικοσιπέντε βαθμούς Ρεωμύρου, δεν είχαμε μάθημα στο γυμνάσιο' εγώ χουχούλιζα απ' το βράδι το κρυσταλλιασμένο τζάμι του παράθυρου, για να δω το θερμόμετρο απ' έξω — θες να σφίξει το κρύο αύριο; Το πρωί όμως δεν έβλεπα σημαία στη βίγλα. Και τη διακοπή των μαθημάτων απ' τις βίγλες τη μαθαίναμε.

Ηλία Έρενμπουργκ

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

από την εξάτομη αυτοβιογραφία του Η. Έρενμπουργκ Άνθρωποι Χρόνια Ζωή
Εκδόσεις: Νεφέλη, 1980

*
Φωτ: i.telegraph.co.uk

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

45. Oles Gontsar: Ρανγκούν


Μια αναλαμπή ευτυχίας

Στην τροπική πόλη, όπου οι νεαροί στρατιώτες με τα μελαψά πρόσωπα και τις πρασινωπές σαν του χρώματος της ζούγκλας στολές τους στέκουν με τα αυτόματα τους στις σκοπιές, στην πόλη των ολόχρυσων βουδικών ναών, που υψώνονται στον ουρανό σαν θημωνιές με κιτρινοκόκκινες ανταύγειες, στην πόλη που η νύχτα πάνω της πέφτει απαλά και πολύ νωρίς και στο σκοτάδι του παλατιού, λες και βγήκε από τα παραμύθια της Σεχραζάντ, ξαφνικά φάνηκε ένα πρόσωπο με όμορφη κατατομή σαν δακτυλιδόπετρα και στη σκηνή, που λάμπει από την υπέροχη ανατολίτικη πλαστικότητα, τα χέρια των χορευτριών τραγουδούν, πλέκουν το τραγούδι της αγάπης κάτω από τους ήχους ενός θαυμάσιου οργάνου (που δεν μπορέσαμε να μάθουμε την ονομασία του). Σ' αυτήν την παγερή, τροπική, υγρή βραδιά της πόλης Ραγκούν, γεμάτη από μαγικές μελωδίες, ομορφιές και ακατάσχετα όνειρα, θυμήθηκα άγνωστο γιατί αυτή την παλιά ιστορία, ιστορία διαφορετικού γεωγραφικού πλάτους...

Όλες Γκόντσαρ

Μετάφραση: Αλέκος Κουτσούκαλης

από την Ανθολογία Σοβιετικού Διηγήματος (β'τόμ.)
Εκδόσεις: Γνώση, 1986

*
Φωτ: pandaw.com


Ετικέτες ,

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

44. Γιώργος Βέης: Πεκίνο


Για το Πεκίνο

Με το καλοκαίρι έρχεται η αναπόφευκτη πόλη
ν' ακουμπήσει στους ώμους της κερασιάς, της πευκης
απ' τη μεριά της θάλασσας να κυλήσει στις λεωφόρους
ο ειρηνικός των συνειρμών εκεί που διαπλέει ό αέρας

τις δυναστείες των λωτών τώρα τα πατρώνυμα
των άστρων των σημαιών ψηλά οι σημασίες
ως εκεί που πιάνει το μάτι τ' ανείπωτα μα όντως
κρυμμένα στην καρδιά του νερού, γαλήνης γωνία

και σοφίας κειμηλίων λεγεώνων που γέρνουν
στα μέτωπα των βροχών όπως τα πεπρωμένα
από μια μπάντα ανάπαιστοι σέρνουν τις εποχές

βαθιά στις ρωγμές ανεξίτηλη η καρβουνόσκονη
ο ήλιος στ' αλιεύματα, στα δεινά των σωμάτων
αλάθητα φιλιά, διχαλωτά χάδια — η δύση.

-συλλογή: Όπως πέτρα που ρίζωσε στου ποταμού την κοίτη-

από το βιβλίο Γιώργος Βέης, Χρυσαλλίδα στον πάγο
Εκδόσεις: Ύψιλον/βιβλία, 1999

*
Φωτ: bankosphere.files.wordpress.com

Ετικέτες , , ,