λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

148. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Τεργέστη


Θάλασσα της Τεργέστης

Θάλασσα απογευματινή που σε θυμίζει
αναλωμένη ομορφιά όπως την ονειρεύτηκα
στον ήλιο της Αδριατικής με τα ιστιοφόρα
καθώς στεγνώνει στους καπνούς και περισσεύει

Πώς περισσεύει γύρω μου η πόλη. Φώτα
και δρόμοι φτάνοντας στην κατασκήνωση και κάτω
απ' το νεκρό λιμάνι ως τα κράσπεδα
μέχρι τα κάστρα της η πόλη ανεβαίνει

Είναι γιατί μαρτύρησε από τόση ομορφιά
μέσα σε χέρια στρατιωτών κι εγκαταλείπει
μνήμες και καθρεφτίσματα μαθητικά, κάποια φωνή
που όλο περισσεύει

από την συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα
εκδ. Διαγώνιος, 1960
(και στο βιβλίο Ο δύσκολος θάνατος, εκδ. Νεφέλη, 2007)
*
Φωτ: flickr.com, από FRANCO600D

Ετικέτες , , ,

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

147. Γιάννης Τσακασιάνος: Νάπολη


Ο Σπουργίτης στη Νάπολη
(1885)

Τώρα κ' εγώ 'πού εχάρηκα της νιότης μου τα χρόνια,
'ςτα θέατρα, 'ςτα κρασοπουλειά, 'ςτα club και 'ςτα σαλόνια,
'πού στέμμα είχα την τσατσάρα, τη σκαμπαβία χλαμύδα
παντιέρα μου το κότολο και την κιτάρ' ασπίδα!
κ' εθάρρηα 'πως βασίλευα, μα 'ςτα στερνά, ο καϋμένος,
'ς όλα, σ' ελπίδες κι 'ονειρα, εβγήκα γελασμένος...
Τώρα που λέω, πετάξανε δόξες, χαρές και λούσα,
γλέντι 'στερνό μ' απόμεινε η κατρουλιάρα, η Μούσα!
Ζήλειες, χολιάσματα, χορούς, κλάψες, φιλιά, κανάκια,
τα βρίσκω πλεια 'ς της Μούσας μου, τα πυργωτά στηθάκια!
Μούσα μ' εμπρός, 'ς τη Νάπολη, ξεκίνησέ με τώρα,
'ς τη Νάπολι τη ζηλευτή, την ξακουσμένη χώρα.
Σ' εκείνη την πολυκοσμιά, πόχασα νου και μάτια'
'ς τους δρόμους τους ατέλειωτους, 'ς τα θεώρατα παλάτια!
Εκεί που σιδερόδρομοι, φλαρέοι και γυρολόοι,
τραμβάϋ, καρότσες, άλογα, θεατρίνοι, τρατολόοι,
Κόντηδες, μέμπρα, οδηγοί, γραφίσκοι, λούστροι κι άλλοι,
όπου σταθείς σού κάνουνε ταμπούρλο το κεφάλι!
Φέρε μ' εκεί π' ό,τι να θες το τρως με δύο κατρίνια,
στην αφθονία του μούσουλου, στου μπακαλάου τη φτήνια!
Εκεί 'πού μ' είκοσι λεφτά τα στρείδια τ' αηδιάζεις.—
Της Στράτα - Μαρινούλας μου, Σάντα Λουτσία, πώς μοιάζεις!

Μα τι... στα στρείδια τ' άφθονα που ρούφηξα, δεν είδα
μια νόστιμη, ζακυθινιά, του βράχου πεταλίδα!
Κοίταζα κ' έχασκα παντού, όπου και να περνούσα,
τηςς πρόοδος τα τεχνάσματα, της... Χαλιμάς τα λούσα.
Βρίσκομαι στη Βασιλικιά τη Βίλα —παλαβώνω!—
Σκέφθηκα πώς κατόρθωνα με έν' αναγκαίο της μόνο,
να χτίσω στο νησάκι μου απίστευτο παλάτι,
να 'ναι για κάθε Ταλλαρά και κάθε αριστοκράτη.
Τι κίνησι, τι χλαλοή, τι κόσμος, τι βαβούρα...
Κ' ένα παστέλι πουθενά! και πουθενά φριττούρα!
Σε τέτοιο γλέντι αδιάκοπο, σε τέτοιο λάϊφ μεγάλο,
να μην ακούς ένα μπιμ-μπαμ, ξείδι, μπαμπάκι ή άλλο!
Πηγαίνω στο Ποζίλυπο... παράδεισο κοιτάζω'
την καλλονή, τη θέα του, αχόρταστος θαυμάζω.
Εκεί τραγούδια και χαρές, φαγιά, χοροί, κραιπάλη,
μπύρες, κρασιά, ποδόγυροι κι όσ' άλλα ο νους βάλλει.
Μα 'γώ εκεί αναστέναξα... μέσα στην τόση αντάρα,
μου γύρευε η καρδούλα μου ζακυθιανή κιτάρα!
«Πάρε μαχαίρι σφάξε με!» ν' ακούσω μια ριμνούλα...
«Ξύπνησ' αητέ μου» δόστε μου και σας τ' αφήνω ούλα!

Τι συρροή και ξαφνικό 'ςτο «Κόρσο Γαριμπάρδη»;
Μπάντες, σημαίες, καπίτολα, αψίδες και σταντάρδοι...
Γιορτάζουνε τη μνήμη του, να, κι άλλοι ακόμα, πόσοι!
Περνά για ώρες ο λαός... μα, και 'ςτην ορμή την τόση,
δεν αγροικώ μια καμπανιά!—Πού 'σαστε Αγίοι μου Πάντες,
που το καμπαναρίο σας κάνει για χίλιες μπάντες,
Μωρ' ένα «ζήτω» τσουμουδιά! μωρ' μια φωνή, δυο σμπάρα...
Πού 'σαι, καϋμένε Μανουή ;... καληώρα σου Τζωρτζάρα!
Άναψα κι αγανάχτησα, μου 'ρχετο να φωνάξω,
τόσο, που κάνω απόφαση το δρόμο μου ν' αλλάξω!
Παράδειρε, παράδειρε, στο Κοιμητήρι φτάνω
κι αφ' τον πολύ μου θαυμασμό ούτε σταυρό δεν κάνω!
Μπήκα σε χώρ' από Σταυρούς, σε μαρμαρένια πόλι,
'ςτον κάμπο του κυπαρισσιού, σ' ετιώνε περιβόλι.
Μέσα στις μύριες άρικλες, στους τάφους, που θωρούσα,
«Πούθενε μπήκα, πού θα βγω» σαν παλαβός ρωτούσα.
Τα μύρια τ' άνθη, η χάρη του, τόσο γλυκά μαγεύει,
που κι από ζώντας του κανείς μια θέσι εκεί γυρεύει!
Μα εγώ, το Ρώσση, τις συκιές, τον Ανεμόμυλό μου
δεν τ' απαρνούμαι... θέλω εκεί, 'ςτις γλύνες το Σταυρό μου!
Δε θέλω μάρμαρα κ' ετιές, εκεί χορταριασμένος,
'ςτα μισοτράφια, στις σβουνιές, στους βάτους πεταμένος.

Αχ, πώς βαστάς και ζεις καρδιά χωρίς τη Ζάκυθό σου!
Για να σου σβηώ τη λαύρα σου, τη θλίψι, τον καϋμό σου,
κ' εις του Re Romba σ' έμπασα το γκραν παλάτσο ακόμα,
πόμεινα κρύος κι αναίσθητος, μ' ολάνοιχτο το στόμα!
Με πήρε ολούθες ο οδηγός, μόδειξε το 'να τ' άλλο:
Πού σκέφτονται οι Αυλάτορες, πού κάνουνε το Ballo,
την κλίνη της Βασίλισσας, τα δυο της κατρογυάλια,
το θρόνο, τοy Βιττόριου την ξακουστή medaglia,
Εδώ δαμάσκα, εκεί χρυσά, μοζάϊκα, λαβαμάδες,
κάδρα του Μικελάγγελου, πολυελαίους, σοφάδες —
Και πού να ξέρει... μόδειχνε θρόνους, αετούς, διβάνια
κι ο νους μου εβούταε στα γλυκά της Πέτρενας τα μπάνια!
Τα Κόκκινα Σπιτάκια μου, θυμότανε η ψυχή μου,
τη Γαϊδουροταβέρνα μου και το Πιριπιμπί μου!

[....]
Άναψα, εκάηκα, δε βαστώ!— Τι Οσπίτσια, Αυλές και σάλια,
Νουντσιάτες, Ρεκλουζόρια, έχουμε... τα Σπιτάλια!
Μπάνκους και Κάσες di pietà δεν τα ψηφά η ψυχή μου,
θέλω την Τραπεζούλα μου, το Μόντε, το Μπολή μου!
Μ' eπήανε στο Βεζούβιο, στις Μούμιες, στην Πομπηία...
μα εγώ ήθελ' άλλο γιατρικό.., δεν είχα υποκοντρία,
την Πόχαλή μου εγύρευα, το Κάστρο! —Το Γιοφύρι,
σκοταδιασμένο, ασάρωγο, για με είναι πανηγύρι.
Μήπως δεν το 'πα ο καψερός; «Εμπρός στο Κρυονέρι,
φασούλια Λόντρες, Νάπολες, Παρίσια κι άλλα μέρη».
Χαρήτε σεις Duomo σας, θέλω την Πισκοπή μου,
το Μώλο, την Aκάθιστο, Άι-Λια και Παπαντή μου!
θέλω καμπάνες, νιάκαρες, κληδόνους, πανηγύρια,
μπάντες, μερτίες και μάσκουλα, παντιέρες και πλαστήρια!
θέλω σαλόνια, Ερνάνηδες, το Φώστερ, το Μπιτζή μου,
θέλω την Κρουσταλένια μου και την Αγγελική μου.
θέλω παμφλέτια, επίδειξες και σμπάρα! θέλω ακόμα
το Λάτα, το Λομπάρδο μου, το Μπούλτσο και το Ρώμα.
Και θέλω Μπουρπουλόθεους, ταλίμια και ζωνάρια,
Στάμους και Πεντερούθουνους, Νταρέιδες, παλληκάρια.
θέλω βατσέλια και σκυλιά!... Παπόρο και καληά μου...
Πώς έκλαια που σε ξάνοιξα από μακριά, Κυρά μου!
Ας σε ξανάειδα, φόρε μου κι ας γένω ψωμοζήτης,
μπόμπας, κακόρκιος, κουρελής, ταρκάσης, μα... Σπουργίτης!
(συλλογή: Σπουργίτες)

από την Βασική Βιβλιοθήκη, τμ. 23ος
(Ανδρέας Λασκαράτος, Σατιρικοί και ευθυμογράφοι)
Εκδόσεις: Αετός, 1954

*
Φωτ: flickr.com, από PatrickDonati


Ετικέτες , ,

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

146. Μιχάλης Πιερής: Κατάνια


Βράδυ Σαββάτου στην Κατάνια

Un momento per monumento

«Ένα λεπτό για τη μνημείωση», είπα
με τα φτωχά μου ιταλικά και σ' έπιασαν
τα γέλια, «εδώ το χιόνι κι η φωτιά πάνε μαζί,
μην πεις λέξη παραπάνω, μπορεί και να καείς
το ηφαίστειο δεν είναι μόνο στο βουνό,
είναι κι εδώ, κι αν δεν το ξέρεις μάθε το,
πατούμε σε κρατήρα», είπε η Σάντρα
σερβιτόρα στο Nievski, σκούρα όπως
η παναγιά η κατανέζα στο Μουσείο
(χειρ αγνώστου δέκατου έκτου αιώνα),
αυτή μας καθυστέρησε την άλλη μέρα,
ρύθμισε την ώρα κι έφτιαξε τη μέρα φωτεινή,
να πέσουμε στα σμήνη των κανονικών
που έβγαιναν απ' τον ναό και σκόρπιζαν
στην πόλη κι έβλεπες απόφαση ζωγραφιστή
στο κούτελό τους, μην παραστεί ανάγκη
και τότε θ' ανασύρονταν απ' το βυθό
τα πιάνα. Θ' άνοιγαν καταπακτές, παλιά
μπαούλα και ντουλάπια, σοφίτες κι αποθήκες
κι από κελάρια θα έβγαζαν τα όργανα
να κελαρύσουν μες στο φως το έβλεπες,
είχαν μια πίστη δυνατή στη δύναμή τους,
γι αυτό κι αφήναν τα παιδιά να έρχονται
στα όνειρά τους με ξένα όργανα, ξένους
σκοπούς να παίζουν, να ντύνονται ξενό-
τροπα, παιδιά είναι έλεγαν, ας ερωτευτούν,
ας παίξουν, ας γελάσουν, τώρα κρατάμε
εμείς τα μπόσικα, σαν έλθει η ώρα να φύγουμε
κλεισμένοι μέσα στην τιμή και στην υπόληψή μας
θα παραλάβουν τότε αυτοί και θα 'ναι ίδιοι
σαν κι εμάς. Κανονικοί πολίτες της πατρίδας.

Βράδυ Σαββάτου στο Nievski, στους τοίχους
πρόσωπα βουβά σαν όπως τις ταινίες του Άιζενστάιν
Κούδροι, Μεξικανοί και Κουβανοί και Παλαιστίνιοι
πρόσφυγες όλοι μες στα καταφύγια του Τσε,
του Γιάσερ, του Οτσαλάν και του Φιντέλ,
κι από ψηλά η σκέπη του Ένγκελς και του Μαρξ
και του Πικάσο. Όμως θα ήσαν πάντα σιωπηλοί,
σκεφτόμουν, βουβοί και πεθαμένοι αν δεν ήσουν
εσύ, αν δεν τους έδινες ζωή, ηφαίστειο εν ενεργεία,
με κοίταξες βαθιά κι εννόησες τι γύρευα από σένα,
εσύ, μια κατανέζα, σερβιτόρα, απ' τη ζωή σου
έπαιρναν ζωή κι από το φως σου φως, «η λάβα
είναι εδώ», μας εξηγούσες τόσο απλά, καθώς
κελαϊδούσε στα κοραλένια χείλη σου η τοπική
λαλιά, τα κατανέζικα σισιλιάνικα μιας πόλης
τρυφερής κι ας είν' παντού στην όψη της
τα τρομερά σημάδια της καταστροφής
και τότε μόνο σκέφτηκα πως κάτω απ' το
πλακόστρωτο, τις μαύρες πέτρες, απλώνεται
ο τρυφερός ανασασμός της πόλης, σπλάχνα
πηγάδια, κρύο νερό, κοίτη σταματημένης λάβας,
φτερούγισμα ψυχής και προσευγή εν ενεργεία.

Η Σάντρα η κατανέζα, σερβιτόρα στο Νievski,
με στρίμωξε σε μια γωνιά και μου 'δωσε φιλί
καυτό και δροσερό σαν λάβα μες στο χιόνι.
Μα όταν της γύρεψα τη σύσταση και αριθμό
του τηλεφώνου, «εδώ ο έρωτας είναι σαν άσκηση
της ανθρωπιάς μας», είπε απλά και μ' άφησε
ξερό, αυτή ρευστή τραβήχτηκε και χάθηκε
μες στις στοές της τρατορίας κι εγώ σαν στήλη
άλατος κοιτούσα σύξυλος τα πρόσωπα
στους τοίχους κι είδα και το δικό μου μούτρο
εντοιχισμένο, επαναστάτης του γλυκού νερού
της mecca-cola, με τόσα λόγια της νυχτός

και δίχως πράξη.

Κατάνια, Νοέμβριος 2004

από το Οροπέδιο, τχ. 3
Καλοκαίρι 2007

*
Φωτ: flickr.com, από giopuo
Η Κατάνια και η Αίτνα

Ετικέτες , ,