λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

171. Τάκης Σινόπουλος: Ύδρα


Τηλεφώνημα της Ν. προ ημερών.
Ήταν στην "Υδρα, θα ξαναφύγει για την "Υδρα.
Έχει νοικιάσει σπίτι στην Ύδρα.
Θα μείνει στην Ύδρα.
Θα έχει τσιγαράκι κι έρωτα.
Αλλά φοβάται τις νύχτες.
Κάτι πρόσωπα που τους έδωκε θάρρος πάνε και τη βρίσκουν τις νύχτες, την ενοχλούν, την αγγίζουν, θα 'ναι, συλλογίζομαι, πρόσωπα - νυχτερίδες. Τη νύχτα οι νυχτερίδες και τα μάτια σου γαρίδες. Ε λοιπόν, της λέω, τι σου ήρθε να πας να νοικιάσεις μονάχη σου ένα σπίτι τόσο μακρυά; Θυμήσου:

που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα να 'χε ιδεί την Ύδρα
στο ουράνιο περιβόλι.

Αλλά η Ύδρα της Ν. δεν είναι του Σεφέρη. Είναι κάτι διαφορετικό. 'Ενα τεράστιο μαύρο, υγρό, διψασμένο, σαρκοβόρο. Τριγύρω η θάλασσα.

Από το βιβλίο του Τάκη Σινόπουλου Νυχτολόγιο
Εκδόσεις: Κέδρος, 1978
*
Φωτ: fonitisydras.com

Ετικέτες , , ,

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

48. Λύντια Στεφάνου: Ύδρα



Ύδρα

Βαρύ το μεσημέρι' τα κορμιά
δεμένα σαν τα καράβια, σαν τα νερά,
στο πέτρινο ακρογιάλι. Ολοένα δυσκολεύει η ανάσα, ολοένα
όπως ψηλαφούμε μέλη ουδέτερα, κρυφές γραφές,
πρόσωπα γυμνά, σβησμένα στο άσπρο,
γυρεύοντας επίμονα ένα χώρο που δεν είναι πια δικός μας.

Αφουγκραζόμαστε τις ρίζες, που προχωρούν
μοναχικές,
σχεδόν αυτάρκεις, κάτω απ' την πέτρα,
να δέσουμε τον ήχο τους με τη φωνή μας
και την άλλη φωνή, που πήρε η θάλασσα
-να βρούμε τη φωνή μας.

Πάνω μας, το παλιό κανόνι, αδιάφορο
σαν το άδειο μάτι ενός κύκλωπα
που ξόδεψε τη δύναμή του ν' ανεβάζη
τις μεγάλες πέτρες στο φως
κ' είδε μια μέρα,
με το τρομερό του μάτι
είδε να γκρεμίζει το γιγάντιο τείχος,
είδε τον ήλιο μονομιάς ν' αδειάζη
τινάζοντας μαύρες φωτιές!..
Τώρα αναπαύεται εν ειρήνη κάτω απ' τα ερείπια...

Σπίτια χτισμένα κάθετα στο βράχο,
με τα βαριά κλειδιά στην ξώθυρα'
κανείς δεν άνοιξε, κανείς δεν πίστεψε
πως ήταν σπίτια...- ένα σκηνικό.
Δυο προσωπεία από γύψο στους γυμνούς τοίχους, κι ανάμεσά τους
το πρόσωπο
με την ακίνητη έκφραση..- ένας άλλος πόνος.

Πλάι στα νερά, ένα καράβι - αρχαίο φυτό,
και σκυλί ασάλευτο στην πλώρη
κοιτάζει εκεί που δεν τολμούμε
οσμίζεται ίσως
τις σκιές κάποιων νεκρών,
που στοίχειωσαν στην άλλη ακρογιαλιά.

Κραυγή απ' το χέρι εφιάλτη φιμωμένη
- άραγε θα μας γνώριζαν,
θα μας γνώριζαν απ' ό,τι μένει
στη φωνή του αίματος,
στη ρίζα της φωνής,
αυτοί που μέτρησαν το αίμα με το αίμα,
το αίμα με το ξύλο της ζωής,
αυτοί
που πήραν τα καράβια κ' έγιναν
φωτιές στη μέση του πελάγου,
αυτοί που γύρισαν με φλάμπουρα
σημαίες,
και το φαρδύ τους στήθος
στολισμένο δάφνες,
κ' ύστερα κάψανε τις δάφνες,
ν' ακούν σωστά
τον χτύπο της καρδιάς τους,
αυτοί
που πήραν τούτο το νησί
στους ώμους
και το ταξίδεψαν στην άκρη του καιρού
θα μας γνώριζαν απ' τη φωνή
αυτοί
που εμείς ξεχάσαμε τη φωνή τους
κ' έμειναν ένα όνομα να ψηλαφούμε πάντα στις πέτρες
μα δε μπορούμε
γιατί έγινε ένα
με τις πέτρες που μας πληγώνουν
ένα με τ' αξεδιάλυτα
σημάδια του ήλιου
- που ανεβαίνει μόνος.
λαμπρός, ανέγγιχτος
στο φοβερό γαλάζιο...

από την Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη (τόμος 3ος)
Έκδοση: Τα Νέα Ελληνικά, 1972

*
Φωτ: worldisround.com

Ετικέτες , , ,