λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

165. Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: Ιερουσαλήμ


Προ της Iερουσαλήμ

[α']
Έφθασαν τώρα προ της Ιερουσαλήμ.
Πάθη, πλεονεξία, και φιλοδοξία,
και η ιπποτική υπερηφάνεια
εκ των ψυχών αυτών απεδιώχθησαν.

Έφθασαν τώρα προ της Ιερουσαλήμ.
Εν τη εκστάσει των και εν τη κατανύξει
εξέχασαν τας έριδας με τους Γραικούς,
εξέχασαν το μίσος των διά τους Τούρκους.

Έφθασαν τώρα προ της Ιερουσαλήμ.
Κ' οι Σταυροφόροι οι ακαταμάχητοι,
οι άλλοτε απτόητοι και τολμηροί,
είναι δειλοί και νευρικοί, δεν ημπορούν
να προχωρήσουν, τρέμουν ως μικρά παιδία
και ως μικρά παιδία κλαίουν, κλαίουν όλοι,
τα τείχη βλέποντες της Ιερουσαλήμ.

[β']
Έφθασαν τώρα εμπρός στην Ιερουσαλήμ.
Πάθη, πλεονεξία, και φιλοδοξία,
ως κ' η υπερηφάνεια η ιπποτική των,
ευθύς απ’ τες ψυχές των απεβλήθησαν.

Έφθασαν τώρα εμπρός στην Ιερουσαλήμ.
Στην έκστασι και στην κατάνυξί των
εξέχασαν τες έριδες με τους Γραικούς,
εξέχασαν το μίσος για τους Τούρκους.

Έφθασαν τώρα εμπρός στην Ιερουσαλήμ.
Κ' οι Σταυροφόροι οι τολμηροί κ' ακαταμάχητοι
οι ορμητικοί σε κάθε των πορεία κ' έφοδο,
είναι δειλοί και νευρικοί και δεν μπορούν
να προχωρήσουν· τρέμουν σαν μικρά παιδιά,
και σαν μικρά παιδιά κλαιν, κλαίνε όλοι,
τα τείχη βλέποντας της Ιερουσαλήμ.

Από το βιβλίο Κ.Π. Καβάφης, Κρυμμένα Ποιήματα 1877-1923
Εκδόσεις: Ίκαρος, 1993
*
Φωτ: ds-lands.com

Ετικέτες , ,

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

69. Νίκος Εγγονόπουλος: Τελ Αβίβ


Τελ Αβίβ

η Ελεωνόρα
η χρυσή κόρη
έπαιζε άρπα
με τα ωραία
λευκά της
χέρια

από την άρπα
όμως
δεν ακουγότανε
ήχος κανείς

όλη η μουσική ήτανε
μέσα
στα έμορφά της μάτια
ανάμεσα
στα πράσινά της τα μαλλιά

από την άρπα
όμως
βγήκαν
το ένα κατόπιν του άλλου
ένα πουλί
μια πλάκα πράσινο σαπούνι
κι' ένα
σίδερο
του σιδερώματος
— από τα κοινότατα —
αυτά ακριβώς
που οι Ζυγιώται
ονομάζουν
εν ώρα καταιγίδας
Ars Amantis

Από το βιβλίο Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν * Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής
Εκδόσεις: Ίκαρος, 1966

*
Φωτ: ctotours.com

Ετικέτες , ,

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

32. Michael Krüger: Ιερουσαλήμ


Το ταξίδι στην Ιερουσαλήμ

Είδα της Ελλάδας την πέτρινη γροθιά
να κείται στη Μεσόγειο κι ένα πλοίο
να σκίζει το μπλάβο του πελάγου
σε λευκές λωρίδες. Πιο πέρα κατά την Ανατολή
τούρκικα ποιήματα, ανείπωτα,
στα κύματα να λικνίζονται ρυθμικά.
Είδα πώς το νερό απ' τ' αλάτι xωριζότανε
στ' ακρογιάλι το κρυφό.
Ανάμεσα στους γοερούς τους λίθους
γεννήθηκαν τα έπη: η ιστορία
του γαϊδουράγκαθου και του άρτου
που ο ήλιος τα 'χει ψήσει.
Σ' αυτό τον τόπο ξεβράστηκε η γλώσσα
καί κάθε πράγμα τ' όνομα του πήρε.
Ξεκάθαρα το 'βλεπα μπροστά μου:
οι λέξεις φτερούγιζαν όπως κοπάδι πουλιά
πάνω από μέρος παντέρημο.
Ύστερα προσδεθήκαμε και ζωσμένοι
—βαστώντας την αναπνοή μας—
φτάσαμε στην αγαπημένη xώρα.

Μίχαελ Κρύγκερ

Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου

από την Ποίηση,τ.22
χειμώνας 2003
*
Φωτ: islamic-architecture.info

Η θέα από το Όρος των Ελαιών

Ετικέτες , ,

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

4. Arna Wendell Bontemps: Ιερουσαλήμ - Βηθεσδά


Νυχτερινό στη Βηθεσδά

Μου φάνηκε πως είδα έναν άγγελο να χαμηλοπετάει,
μου φάνηκε πως είδα τον παλμί μιας φτερούγας
απάνω στίς μουριές' αλλά, ποτέ πια τίποτα.

Η Βηθεσδά κοιμάται. Αυτός ο αρχαίος βάλτος
που γιάτρευε αμέτρητους Εβραίους γενειοφόρους
δεν ξυπνά. Αυτός ο βάλτος που τον ανατάραζαν
οι άγγελοι, πια είναι ακίνητος. Γιατί
κανένας σήμερα, άγγελος δεν τον αγγίζει
κανένας Σωτήρας δεν έρχεται, κρατώντας την υγεία,
για να γιατρέψει τους αρρώστους
και να προστάξει στο χωλό να σηκωθεί και να πηδήξει
Έχει περάσει η χρυσή εποχή. Τότε προς τι η αναμονή
τόσον καιρό στα μαρμαρένια σκαλοπάτια, ενώ το αίμα
αναπηδά από τις ανοιχτές πληγές μας; και γιατί
τα νέγρικά μας πρόσωπα ψάχνουν τον άδειο ουρανό;
Μήπως κάτι πολύτιμο να 'χομε λησμονήσει,
μήπως το χάσαμε καθώς περιπλανιόμαστε σε ξένα μέρη;

Ήταν μια μέρα, τώρα το θυμάμαι,
εχτύπησα το στήθος μου και φώναξα:
«Πλύνε με, Κύριε, πλύνε με μ' ένα κύμα ανέμου
πάνω απ' του κριθαριού τον κάμπο'
πλησίασε. "Ον θειο, σιωπηλό, πλησίασε!
Περπάτησε στους λόφους με πόδι αλαφρό, λεπτό
και μπρος στον καταρράχτη σταμάτησε και μίλησε.

«Βύθισε χέρια λευκά στο βάλτο με τους κρίνους
και θρήνησε πάνω στις άρπες στα δέντρα κρεμασμένες
κοντά στη Βαβυλώνα, πέρα ως πέρα στην ακροποταμιά,
όμως, σε ικετεύω, θυμήσου με προτού το καλοκαίρι
τελειώσει και τα ρόδα χάσουν την πορφυράδα τους.»

Ο αρχαίος τρόμος μού σφίγγει την καρδιά, φοβάμαι
τα ήσυχα νερά και τα χλωμά λυκόφωτα.
θα 'ρθούν μέρες καλύτερες όταν θα 'χω πεθάνει,
θαυματουργοί θα υπάρχουν βάλτοι μα εγώ θα μείνω αγιάτρευτος.
Αστέρια φεγγοβόλα θα λάμπουνε τρεμουλιαστά για πάντα
πάνω απ' τον τόπο όπου θα κείτομαι έρημος.

Κι όμως ελπίζω, φλέγομαι να ζήσω
Και αν υπάρχει επιστροφή υστερ' από το θάνατο
θα επιστρέψω. Μα όχι εδώ'
Αν με θελήσετε, κάτω απ' τις φοινικιές της Αφρικής
να με αναζητήσετε. Κι αν δε με βρείτε κει
τότε να με καλέσετε μπορείτε
πέρα απ' τις φωτεινές αμμούδες, όπου
μπορεί ν' ακολουθώ στην έρημο ένα καραβάνι.

Μπορεί θανάτου αιώνες να διατρέξω
με μάτια ήρεμα, μα θα θυμάμαι ακόμα
ένα δέντρο της ζούγκλας με φλογοκόκκινα πουλιά.
Κάτι εδώ έχω ξεχάσει' κάτι πολύτιμο, ακριβό.
θα πάω ν' αναζητήσω στολίδια από αβόριο,
θα πεθάνω για ένα φρούτο της ζούνγκλας.

Συ, Βηβεσδά, δεν ακούς.
Ω πράσινο, ήρεμο νερό ενός βάλτου ασάλευτου!
Η αγάπη σ' άφισε και μ' άφισε.
Ήτανε κάποια μέρα που κρατούσες στην καρδιά
περισσοβλάστηση πανσέληνο
και άκουγες τα λόγια ανθρώπων που 'χουν πια πεθάνει
κι έβλεπες τους αγγέλους να πετούνε.
Υπάρχει μια Ιστορία, στο πρόσωπό σου, απλή'
τα χρόνια σε ρυτίδωσαν. Το ξέρω, Βηθεσδά!
Είσ' όλη θλίψη. Το ίδιο συμβαίνει και σε μένα.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη Παπά

από την παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης "Ο μαύρος αδελφός"
Εκδόσεις: Τύμφη, 1972
*
Φωτ: delange.org
Η κολυμβήθρα της Βηθεσδά στην μουσουλμανική συνοικία
της Ιερουσαλήμ, κοντά στη Πύλη των Λεόντων.


= = =

Το ίδιο ποίημα από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως
του Κλέωνος Β. Παράσχου, σε μετάφραση Δ. Σταύρου - (εκδ. Παρουσία, 1999)


Νόμισα πως είδα έναν άγγελο να χαμηλοπετά,
νόμισα πώς είδα ένα φτεροκόπημα φτερούγας
πάω από τις μουριές. Αλλά ποτέ πια.
Η Βηθεσδά κοιμάται. Η παλιά αυτή λίμνη
που γιάτρευε πλήθος γενειοφόρων Ιουδαίων,
δεν ξυπνά.
Η λίμνη που κάποτε οι άγγελοι την ανατάραζαν,
δε σαλεύει.
Κανένας άγγελος Κυρίου δεν ταράζει τώρα τα νερά της,
κανένας Σωτήρας δεν κρατεί στα χέρια του φάρμακο θαυματουργό,
κανένας που να πει στον παράλυτο
«Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».
Οι χρυσές μέρες έφυγαν.
Γιατί περιμένουμε τόσο πολύ πάνω στα μαρμαρένια σκαλοπάτια,
με το αίμα να τρέχει από τις ανοιχτές πληγές μας;
γιατί τα μαύρα μας πρόσωπα να ζητούν τον άδειον ουρανό;
Είναι τίποτε εκεί πού το 'χουμε ξεχάσει;
Είναι τίποτε το πολύτιμο που το χάσαμε
περιπλανώμενοι σε ξένες χώρες;

Ήτανε θυμάμαι κάποια μέρα
που στηθοκοπιόμουν και φώναζα:
«Εξάγνισέ με, θεέ, μ' ένα κύμα ανέμου πάνω στα στάχυα!
Ω γαλήνιε Εσύ, έλα, ζύγωσε!
Περπάτησε πάνω στους λόφους με τα πόδια σου τ' αγαπημένα,
και στάσου δίπλα στον καταράχτη και μίλησε.
Βύθισε τ' αγνά σου χέρια στη λίμνη με τους κρίνους,
και θρήνησε πάνω στις άρπες που ακόμα κρέμονται στα δέντρα,
κοντά στη Βαβυλώνα, πέρα ως πέρα στην ακροποταμιά.
Αλλά θυμήσου με, παρακαλώ, προτού το καλοκαίρι φύγει
και τα ροδόφυλλα χάσουν το πορφυρό τους χρώμα».

Η παλιά τρομάρα, ο φόβος των ήσυχων νερών
και των λιποθυμισμένων δειλινών, μου σφίγγει την καρδιά!
θα 'ρθουν καλύτερες μέρες όταν θα 'χω πεθάνει,
θα 'ναι θεραπευτικές πηγές
που εγώ δε θα μπορώ να εύρω τη γιατρειά μου.
Τα φεγγοβόλα αστέρια θα λάμπουν για πάντα και για πάντα
πάνω από τον τύπο όπου θα κείτουμαι έρημος.

Όμως ελπίζω, λαχταρώ να ζήσω ακόμη.
Κι αν υπάρχει ανάσταση νεκρών, θα επιστρέψω.
Αλλά όχι εδώ.
Αν με θελήσετε, να μ' αναζητήσετε
κάτω από τα φοινικόδεντρα της Αφρικής.
Κι αν δεν είμαι εκεί, να με καλέσετε
ανάμεσα από τους αμμουδερούς, λαμπερούς λόφους'
ίσως έκεί ν' ακολουθώ κανένα καραβάνι της ερήμου.

Μπορεί να περάσω, μέσα από αιώνες θανάτου,
με ματιά γαληνεμένα.
Όμως ακόμα θα θυμάμαι ένα δέντρο της ζούγκλας
με πουλιά φλογοκόκκινα.
Ναι, είναι κάτι που το ξέχασα' κάτι το πολύτιμο.
Θ' αναζητώ στολίδια από ελεφαντόδοντο,
θα πεθαίνω για έναν καρπό της ζούγκλας.

Δεν ακούς, Βηθεσδά!
Ω γαλήνιο πράσινο νερό σε λίμνη ασάλευτη!
Η αγάπη σ' εγκατέλειψε καθώς κ' εμένα.
Ήταν κάποια μέρα πού κρατούσες
ένα πλούσιο, ολόγιομο φεγγάρι πάνω στην καρδιά σου,
κι αφουγκραζόσουν τα λόγια εκείνων που έχουν πια πεθάνει.
Και είδες τους αγγέλους να πετούν.
Γράφτηκε μια ιστορία απλή πάνω στο πρόσωπο σου.
Το ξέρω, Βηθεσδά! ! Είσαι λυπημένη.
Κ' εγώ το ίδιο.

Ετικέτες , ,