λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

55. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Κόρινθος



Κόρινθος

Φτάσαμε με κόπο στο ύψωμα. Ο δρόμος κουλουριάζεται μέχρι τη θάλασσα
εκεί που ο ήλιος κατηφορίζει θρυμματίζοντας το άσπρο xαλίκι σε φως
και το λουλάκι του ουρανού ψήνει την άσφαλτο σκαρφαλώνοντας ως τους στρατώνες

Σ' αυτό τον ερημότοπο με το λειψό νερό, τον αφιλόξενο ήλιο
ήταν τα μάρμαρα ζεστά και κλάψαμε δίπλα στις πεσμένες κολόνες
και κάποιος xάραξε στο περιστύλιο τ' όνομά του'

Ούτε ένα σxήμα καραβιού στο αxνιστό απομεσήμερο. Η αντικρινή στεριά
και ο ήλιος να χορεύει στις βεράντες του Saint George Hotel. Όλα είναι έτοιμα
τα φρούτα στον πάγο, τα σερβίτσια ανέγγιχτα
και οι λέξεις κομψά ταιριασμένες σε μιαν ανύπαρκτη σχέση. Αργότερα μένει
το μαλακό φως πίσω απ' τα μάτια σου στον άλλο ουρανό. Μα τώρα
που η αγωνία πυκνώνει και η μοναξιά του αρμυρού νερού δεν ξεδιψά
μας γέννησε η ένοχη σχέση, μας πεθαίνει
η ευθύνη της σκηνοθετημένης εκλογής. Τι γυρεύαμε
σ' αυτές τις ξαπλωμένες κολόνες που δεν ονειρεύονται
τι να ζητούσαμε

Από το βιβλίο Ο δύσκολος θάνατος
Εκδόσεις: Νεφέλη, 2007
*
Φωτ: Panos Voliotis, από greecescene.com


Ετικέτες , , , ,

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

54. Δημήτρης Γαλάνης: Αττική



Αττική

Το Γκάζι'
οι καμινάδες της "Λατώ"'
το Μπαρουτάδικο.

Η γιαγιά μου η Πάρνηθα,
ο παππούς μου ο Υμηττός
με μαυρισμένα γένια.

Στο βάθος ο Σαρωνικός
μ' ένα πελώριο μάτι από μαζούτ,
το σαπισμένο xνώτο του "Εντερπράιζ".
Ομολογώ: Δε βλέπω άλλη διέξοδο.
Θα φύγουμε από τούτον το Πολύφημο,
τούτη τη μολυσμένη σπηλιά
κάτω απ' τις κοιλιές των προβάτων.

Από το βιβλίο Εξέδρα
Αθήνα, 1973

*
Φωτ: members.virtualtourist.com, by janetanne

Ετικέτες , , ,

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

53. Γεράσιμος Δενδρινός: Ελευσίνα



Άλκης

Ένα ελάχιστα φωτισμένο γκαζάδικο έπλεε αργά προς τη Νέα Πέραμο, και από τη Σαλαμίνα αντίπερα, εκτός από τα νυσταλέα, τρεμουλιαστά φώτα του χωριού Μπατσί, άλλο τίποτε' μόνο το βλέμμα του Άλκη, χαμένο σ' αυτές τις εικόνες και η πνοή του σιρόκου να νοτίζει τρυφερά το δωμάτιο. Ένα τσιγάρο μισοκαμένο στο τασάκι, δίπλα σε βιβλία και ανοιγμένα τετράδια με διορθώσεις και διαγραμμένες στροφές στίχων, ενώ, απ' την άλλη κάμαρη, η ξεθυμασμένη μυρωδιά του μεσημεριανού φαγητού κι ο σπασμωδικός ξερόβηχας της μάνας του.

Στο νου του στροβιλίζονταν σκηνές της προxθεσινής νύxτας: Απεγνωσμένη πορεία μέσα στη σκιά του μαντρότοιχου του εργοστασίου "Κρόνος", ανακατωμένη με το απόμακρο φως των φαναριών της παραλίας, κάτω απ' την αραιή συστάδα των πανύψηλων ευκάλυπτων που τη νύχτα φωλιάζουν σπουργίτια, το εσπευσμένο βήμα στους γύρω δρόμους, η ερωτική μανία του και τέλος, κάπως αργά, εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, πριν από την άφιξη των φορτηγών, ως λυτρωτκή ανταμοιβή για τους λαθραίους επισκέπτες, τα διερχόμενα σιγά σιγά αυτοκίνητα με τα σκοτεινά πρόσωπα των οδηγών, που η καύτρα του τσιγάρου, τους xαρίζει πίσω απ' το παρμπρίζ μια φευγαλέα ανταύγεια.

Ο Άλκης περιφερόταν μάταια σ' αυτά τα μέρη. Πλησίαζε κιόλας έντεκα και η νύxτα ήταν δροσερή από την αύρα του καναλιού. Ο κίτρινος δίσκος του φεγγαριού έγερνε στο βουνό της Σαλαμίνας, τα σκυλιά ήταν ακόμη μακριά, τ' αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στην παραλία ελάχιστα, και στην οδό Κανελλοπούλου μόνο εκείνος πρόβαλλε κατ' αραιά διαστήματα ως μοναδική παρουσία απ' το αρρωστημένο φως του δρόμου στη σκοτεινιά της "Ελαιουργικής".

Από το βιβλίο Άλκης
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2003

*
Φωτ: Fotis Marinelis από το matkustajalaivat.com


Ετικέτες , ,