λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

159. Ρομπέρ Γκοφέν: Λος Άντζελες, Χόλλυγουντ


Αμερική
(απόσπασμα)

Τώρα οι τελευταίες θεότητες βρίσκονται στην Καλιφόρνια
τελευταία ελδοράδα της νομισματοποιημένης αυταπάτης μέσα στους κινηματογράφους
προσωρινές αυτοκράτειρες στα μακρυνά τιμάρια της φαντασμαγορίας μας
έχουνε μάτια ηλίους του μεσονυχτίου τις αϋπνίες για να ταράζουν
γυναίκες με σκήπτρο από φεγγάρι σ' άμεσους θρόνους
το Χόλλυγουντ κ' η 40 χιλιομέτρων λεωφόρος του για να καναλιζάρη καλύτερα τους ίσκιους
το Χόλλυγουντ πόλις φανταστική γορδία πρωτεύουσα του έρωτα
σιαμαίες αδελφές της νύχτας και της πραγματικότητας με τους λευκούς πέπλους των κατακομβών
τα παλάτια των δονούμενων βασιλισσών με τ' αναρίθμητα χείλη κάτω από τις πορτοκαλλιές των προαστίων
άκου άκου να την εποχή των τελευταίων αριστοκρατιών της σάρκας•
μια νέα αντίληψη της μοναρχίας στις κληρονομίες της φαντασίας
πριγκήπισσες της νύχτας, βασιλείς υπερευαίσθητοι, αιώνιες αρχιδούκισσες
πλάσματα από σάρκα κι από αίμα γεννημένα για να μην είναι παρά μύθοι μόνο!
Φαντάσματα οδηγούνε τ' αυτοκίνητα στις περιστροφές του Μπέβερλυ
δεν υπάρχουν πια ανθρώπινα πλάσματα δεν υπάρχουν πια παρά μόνο οι εικόνες της αυλαίας
αλλόκοτα ζευγάρια δεν ανάβουν τις καρδιές τους παρά για τα σκοτάδια ενός παραισθητικού βασιλείου
τρελές αισθηματικές ενσαρκώσεις ανακατεμένες με απομεινάρια και μηδέν'
ο Κλάρκ Γκέιμπλ κ' η Καρόλ Λομπάρ δεν θα έχουν ποτέ πια αληθινά χείλη
πώς θέλετε ν' αφήσουν την προσωπική νύχτα τους για να χαϊδευτούνε;
Η θεία Γκρέτα Γκάρμπο προσπαθεί να ξεφύγη από τις κλειδαρότρυπες της θεϊκότητάς της'
απόψε οι παλάμες της Μαρλένε Ντήτριχ καίνε απ' τον πυρετό
οι βεντέτες δε θα 'χουν παρά λευκά μπουκέττα από καρνέ αυτογράφων
όλες οι μνηστές του Τσάρλι Τσάπλιν θα 'θελαν να ξαναβρούν το παρελθόν τους
στο Κινέζικο γιορτάζουν τον παράδεισο των δίχως κενοτάφιο ίσκιων'
μια βεντέττα θα υπογράψη τη δόξα της με το αποτύπωμα του γοβακιού της
τα χείλη και τα πυρρά μαλλιά της Τζόαν Κρώφορντ ξαναπήρανε το νυχτερινό τους χρώμα
η Μαρία - Αντουανέττα ξανασαρκωμένη θα πεθάνη μια δεύτερη φορά για πάντα
η Νόρμα Σήρερ χήρα χωρίς βασιλιά συλλογίζεται τον ειρηνικό Τάλμπεργκ
κιόλας τρακόσιες σκιές βρήκανε την αληθινή μορφή της αιωνιότητάς τους
τρακόσια πρόσωπα καμμένα από τα σκληρά φώτα των πολύ εντονιον λαμπών
γυναίκες για να 'ναι ζωντανοί ίσκιοι, βασίλισσες για να 'ναι νεκρές σκιές
είκοσι χρόνια και τόσοι οριστικοί βρυκόλακες στις παρυφές των στούντιος
είκοσι χρόνια κι ο άνεμος της απελπισίας πάνω σε μερικές μεγάλες απελπισμένες
από τη Βάινς στρητ ως τη Σάντα Μόνικα όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον τάφο
Τζην Χάρλοου, Μπάρμπρα Λαμούρ, Περλ Χουάιτ, Ρενέ Αντορέ
εκατομμυριούχες που πέθαναν γιατί έζησαν πολύ γιατί αγάπησαν πολύ και γιατί πέθαναν πολύ
ανέκφραστα μίγματα άψυχων σαρκών και ζωντανών ίσκιων'
μαρκησίες χωρίς γενεαλογικό δέντρο παλινορθωμένες στους αρχαίους προορισμούς των
και σεις Μαίρυ Πίκφορντ, Λίλιαν Γκις, Νόρμα Τάλματζ, Γκλόρια Σβάνσον
που με τη βοήθεια της λήθης ξαναβρήκατε τις ωραίες γοητευτικές νεκρές!
Σφαιρίδια κόκκινα των μαύρων φαντασμάτων που ξαναγύρισαν στο αίμα της νύχτας!
Θρύλε του Ροδόλφου Βαλεντίνο ίσκιε στερνέ άφωνε άσαρκε
πτώμα του ωραίου βαλσαμωμένου που ωδηγήθηκε στον ουρανό από τριάντα χιλιάδες απελπισμένες
σας αποχαιρετώ διάφανες θεές μιας καταχθόνιας κι απελπιστικής θεογονίας!

Robert Goffin

μετάφραση: Άρης Δικταίος

από την Ανθολογία Βέλγων ποιητών - Ι. Οι γαλλόφωνοι
Εκδόσεις Γ. Φέξη, 1969
*
Φωτ: www.californiaimage.com


Ετικέτες , ,

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

158. Γιώργος Βέης: Μανχάτταν


Μανχάτταν
(έξω από το σπίτι του Πόε)

Το φως ξεκόλλησε τα νοήματα, ξημερώνει
συνήθως Φεβρουάριος
με πατημένο μαύρο χιόνι στην 84η οδό
που της έδωσαν το όνομα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε
βλέπω τ' αυστηρά, καπνισμένα πρόσωπα
με τα σπασμένα σπυριά και το σκούρο πύον -
με λίγα σεντς θέλουν ν' αγοράσουν εμπιστοσύνη
στη λήθη.
Είμαι ασφαλώς πάλι εγώ που ανοίγω την πόρτα
και μπαίνω στο σκουριασμένο ταξί
ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή με αγγίζω
στην απέναντι γωνία, είκοσι μέτρα μακριά,
στην παγωνιά των χρωμάτων
κάτι σαν όνειρο μέσα στις ψυχές και στα δώρα
του τοπίου, άστεγος αλλά άτρωτος.

Γιατί να δίνουμε, άραγε, τόση σημασία
στα σημάδια του καιρού
αφού όλοι, χωρίς καμμία εξαίρεση,
θα γυρίσουν πάλι σ' εμάς, μέσα μας,
ίσως με άλλο επίθετο, ίσως με άλλο αίμα,
αλλά με τα ίδια ακριβώς μάτια
με τα ίδια τρύπια κασκώλ
του λιγδιασμένου χειμώνα;

από το βιβλίο του Γιώργου Βέη Χρυσαλλίδα στον πάγο
Εκδόσεις: Ύψιλον, 1999
*
Φωτ: flickr.com, από Dan Nguyen

Ετικέτες , ,

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

128. Ουώλτ Ουίτμαν: Λίμνη Οντάριο


Στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
1

Πλάι στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
Καθώς σκεφτόμουνα τις μέρες του πολέμου, τη σημερινή ειρήνη αλλά και τους νεκρούς που πια δε θα γυρίσουν,
Φάντασμα γιγαντιαίο και μεγαλόπρεπο με πρόσωπο αυστηρό στάθηκε δίπλα μου
Και Ψάλλε μου, είπε, το ποίημα της Αμερικής που βγαίνει απ΄την καρδιά της, ψάλλε της νίκης το τραγούδι,
Της Λευτεριάς ξεκίνα τους παιάνες, πιο βροντερούς παρά ποτέ,
Ψάλλε πριν φύγεις το τραγούδι για της Δημοκρατίας τις αγωνίες και τα δεινά.

(Δημοκρατία, χρισμένη εσύ νικήτρια, κι όμως σε κάθε βήμα απατημένη
Από χαμόγελα υποκριτικά, θάνατο κι απιστία.)

[....]
19
Έτσι, πλάι στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
Κι ενώ με ρίπιζαν οι άνεμοι και το 'να μετά τ' άλλο με φτάνανε τα κύματα
Με τους παλμούς της δύναμης ερρίγησε η καρδιά μου κι ήμουν πια δέσμιος της γοητείας του θέματός μου
Ώσπου τα πέπλα που με τύλιγαν σκιστήκανε
Και τις ελεύθερες των ποιητών αντίκρισα ψυχές'
Οι πιο μεγάλοι βάρδοι των περασμένων εποχών περάσανε μπροστά μου,
Άνδρες παράξενοι, πανύψηλοι, αξύπνητοι από χρόνια κι αφανέρωτοι αποκαλύφθηκαν στα μάτια μου μπροστά.
... ... ...
(1856)

Walt Whitman

Απόδοση: Γιάννης Βαρβέρης

από το Πλανόδιον, τχ.9
Μάρτης 1989
*
Φωτ: boomersrvingstyle.wordpress.com

Ετικέτες , , ,

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

127. Αναστάσης Βιστωνίτης: Έλις Άιλαντ (Το Νησί Έλις)

Image and video hosting by TinyPic
Ellis island

O ήλιος ανέτειλε μέσα στο τζάμι,
φάνηκε ένα κομμάτι ξηλωμένο στρώμα,
η πράσινη πόρτα ράγισε τον καθρέφτη,
φτερά και πούπουλα περιστεριών, χαλίκια.

Στη γωνία του καθρέφτη άστραψαν ασημένιες κλωστές,
άνοιξε η πόρτα, φάνηκε η θάλασσα
με φόντο ένα σκοτωμένο κόκκινο
σαν φωτογραφία που γέρασε μέσα στο φως,
και πίσω το καράβι σταματημένο,
γκρίζοι καπνοί, κατέβαιναν οι επιβάτες
με τις βαλίτσες, τα τσαλακωμένα ρούχα τους,
τραγιάσκες, χιονισμένα μάτια.

Ο χρόνος γυρίζει τη μανιβέλα
και μέσα από τους τριγμούς, τα φαγωμένα δόντια,
ακούς φωνές, σφυρίχτρες, γλώσσες άγνωστες...
κάποιος κοιτάει το ρολόι του
με τη φτηνή αλουμινένια αλυσίδα.
Έκλειναν τον ορίζοντα υψικάμινοι,
προπολεμικοί καπνοί, και στα στενά
έξοδοι κινδύνου, ακατοίκητα μπαλκόνια,
τοπία του σκουπιδιού και των απόβλητων.

Μέσα στην τσίκνα και τη μαυρίλα
ατέλειωτες σειρές εγγαστρίμυθοι
με τ' άχαρα παλτά τους, τα κλειστά πουκάμισα,
μαύρες λίμνες και σκαμμένα πεζοδρόμια
και να λεν καθώς περνούν οι μπότες από τα νερά
ένα τραγούδι που ραγίζει.

Μέσα στο τζάμι χύνεται η ζωή
σαν τ' απόβλητα του πλυντηρίου.
Ένα παράθυρο σημαδεύει το κενό,
η ανάσα κιτρινίζει το ξύλο,
θαμπώνει το γυαλί, κρύβει τον άνεμο,
το στραβωμένο καρφί που ξεπροβάλλει —
εκεί πάνω κρέμασες το πανωφόρι σου,
εκεί πάνω άφηνες χρόνια το καπέλο σου,
όπως έμπαινες κι έμπαζε η νύχτα,
όπως έβγαινες και σε ρουφούσε η μέρα
γεμάτη καφετιές κηλίδες, λερωμένα κίτρινα,
όπως στράγγισες, Γιώργο από τα Καλάβρυτα
μέσα στο ρύπο της κουζίνας και στο καφτό νερό.

Στην άκρη του παράθυρου μια γωνιά του κρεβατιού,
το φως τρύπησε τον τοίχο και βρόντησε στον καθρέφτη,
άδειασε το γυαλί κι άστραψε σαν μάτι,
μπήκε το περιστέρι από την πόρτα,
φάνηκε πίσω η θάλασσα, χρυσή,
κι έλαμπε κάτω από την επιφάνεια
η πράσινη πόρτα σαν υποβρύχιο δάσος.

από την συλλογή Οι κήποι της σελήνης
Εκδόσεις: Ρόπτρον, 1990

*
Φωτ: pinksplash.com
Το νησί Έλις, στο λιμάνι της Νέας Υόρκης

Ετικέτες , ,

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

126. Καρλ Σάντμπουργκ: Σικάγο

Image and video hosting by TinyPic
Σικάγο

Χασάπη γουρουνιών του κόσμου
Κατασκευαστή εργαλείων, Αποθηκάρη Σιταριού,
Παίχτη Σιδηροδρόμων, Χειριστή των Ναύλων του Έθνους.
Μανιασμένο, βραχνό καυγατζίδικο.
Πόλη των τετράγωνων ώμων.
Μου λέν' πως είσαι αισχρό, και τους πιστεύω. Γιατί είδα
τις βαμμένες σου γυναίκες κάτω απ' το γκάζι
να ξεγελούν τα χωριατόπαιδα.
Και μου λέν' κακοποιό πως είσαι, κι' απαντώ:
Ναι, είδα τους δολοφόνους να σκοτώνουν και μετά
να τους αφίνουν λεύτερους για να ξανασκοτώσουν.
Και μου λέν' χτηνώδικο πως είσαι κι' απαντώ :
Στα πρόσωπα παιδιών και γυναικών είδα, ναι, τα σημάδια
της δίψας ν' ασελγήσουν.
Κι' έχοντας απαντήσει σ' όλα αυτά στρέφω ακόμα μια φορά
σ' εκείνους που σαρκάζουν έτσι για την πόλη μου,
και τους γυρνώ το σαρκασμό τους, και τους λέγω:
Ελάτε σεις και δείξτε μου μιαν άλλη πόλη που να τραγουδά
με το κεφάλι της ψηλά, που τόσο περήφανη γιατ' είναι άξεστη,
και ζωντανή και δυνατή και κατεργάρα.
Μαγνητικές βλαστήμιες ρίχνοντας, κι' ενώ κοπιάζει για να βάλει
τη μια δουλειά πάνω στην άλλη, εδώ ένας ψηλέας είναι,
γεμάτος δύναμη στο χτύπημα, που ολοζώντανο τον βάλαν
μπρος στις μικρές απαλές πόλεις,

Άγριο σαν σκυλί λαχανιασμένο, έτοιμο ν' αρπάξει, πονηρό,
σαν άγριος άνθρωπος που η ερημιά τον πολεμάει,
Ξεσκούφωτος,
Φτυαρίζοντας,
Γκρεμίζοντας,
Σχεδιάζοντας,
Χτίζοντας, χαλώντας, ξαναχτίζοντας,
Κάτω από τον καπνό, με σκόνη ολόγυρα στο στόμα, γελώντας
μ' άσπρα δόντια
Γελώντας κάτω από το τρομερό βάρος της μοίρας,
σαν παληκάρι πού γελάει,
Γελώντας μάλιστα καθώς ένας ανήξερος πολεμιστής
όπου δεν έχασε ποτέ μια μάχη,
Γελώντας με καυχησιές, πως στου χεριού του τον καρπό
είναι ο σφυγμός, και μέσα στα πλευρά του, του λαού η καρδιά,
Γελώντας!
Γελώντας το μανιασμένο, το βραχνό, το καυγατζίδικο γέλιο των νειάτων,
μισόγυμνο, ιδρωμένο, περήφανο που 'ναι
Χασάπης γουρουνιών,
Κατασκευαστής εργαλείων, Αποθηκάρης Σιταριού, Παίχτης Σιδηροδρόμων
και Χειριστής των Ναύλων του Έθνους.

Carl Sandburg

Μετάφραση: Κ. Βινέλλης

από την παγκόσμιο ανθολογία ποιήσεως, τμ.β΄
των Ρίτα Μπούμη και Νίκου Παππά
Εκδόσεις: Γεωργίου Παπαδημητρίου, 1953
*

Φωτ: skyscraperpicture.com

Ετικέτες , ,

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

125. Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Τέξας

Image and video hosting by TinyPic
Τέξας

Επίσης εδώ,
όπως στην άλλη άκρη του ημισφαιρίου,
ο ατέλειωτος κάμπος που η κραυγή του ανθρώπου
Ξεψυχάει μονάχη.

Επίσης εδώ,
Ο ινδιάνος, το λάσο, τ' αδάμαστο άτι.
Επίσης εδώ,
το ουράνιο πουλί που δεν φανερώνεται,
Τραγουδώντας για ενός δειλινού την ανάμνηση
Πάνω απ' τους θορύβους της ιστορίας.

Επίσης εδώ,
Μυστική αλφαβήτα των άστρων
Που την πένα μου φέρνει σ' ονόματα
Που δεν απαλείφθηκαν απ' των ημερών
Τον αδιάκοπο λαβύρινθο: Σαν Χαθίντο
Κι οι Θερμοπύλες οι άλλες, το Άλαμο.

Επίσης εδώ,
η ακατανόητη πάντα
Ανήσυχη και σύντομη υπόθεση, που 'ναι η ζωή.

Jorge Luis Borges

απόδοση: Σπύρος Μοσχονάς

από Το Δέντρο
τχ. 52, Απρ. 1990
*

Φωτ: markdroberts.com
Σαν Αντόνιο: Το φρούριο του Άλαμο, οι "Θερμοπύλες" του Τέξας.
(η ταινία)

Ετικέτες , , ,

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

88. Countee Cullen: Βαλτιμόρη


Επεισόδιο

Μια μέρα ενώ σεργιάνιζα στην παλιά Βαλτιμόρη
με καρδιά φουσκωμένη από χαρά, γεμάτος κέφι,
είδα ένα βαλτιμοριανό να με κυττά σκληρά
με βλέμμα, που λες τρύπαγε το πρόσωπο μου.
Θα 'μουν οχτώ χρονών και μικροκαμωμένος'
αυτός ολόιδιος ήταν με μένα σε όλα
γι αυτό του χαμογέλασα, μα εκείνος
τη γλώσσα πέταξε έξω και μ' είπε "βρωμονέγρο".

Από το Μάη ως το Δεκέμβρη μήνα
εγύρισα κι εγνώρισα όλη τη Βαλτιμόρη'
μα απ' όσα είδα κι άκουσα, μονάχα
τη φοβερή αυτή θυμάμαι προσβολή.

Κάουντυ Κάλλεν

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά

Από την
παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης
Εκδ. Τύμφη, 1973

*
Φωτ: dougdoebler.com

Ετικέτες , ,

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

63. Ted Hughes: Νέο Μεξικό - Σπήλαια Κάρλσμπαντ


Σπήλαια Κάρλσμπαντ

Είχαμε δει τις νυχτερίδες στα σπήλαια του Κάρλσμπαντ,
παχιές σαν μαλλιαρός καπνός σε καμινάδες,
μεγαλύτερες κι από καθεδρικούς ναούς. Είχαμε κάνει τους εαυτούς μας κουκκίδες
στον ορίζοντα του τέλειου κόσμου τους και των κλειστών τους υπάρξεων. Προφανώς ήταν όλες ευτυχισμένες -

τόσο ευτυχείς που δεν είχαν επίγνωση της ευτυχίας τους,
τόσο απασχολημένες μ' αυτό, τόσο περήφανες,
γαντζωμένες ανάποδα απ' τους πέτρινους ουρανούς τους.

Ύστερα κοιτάξαμε τα ρολόγια μας. Η εμπροσθοφυλακή των νυχτερίδων,
ακριβέστατη, άρχισε να τρεμοπαίζει και να στριφογυρίζει
στο πελώριο στόμα του σπηλαίου.

Εκείνο ήταν το αμφιθέατρο μας, όπου οι νυχτερίδες ήταν το έργο.
Μερικές τρεμόπαιζαν κι έπειτα πύκνωσαν - ένα εκατομμύριο -
ώσπου η κρίσιμη αναβράζουσα μάζα ξεκόλλησε από το μαγνήτη

κάτω απ' τη γη. Οι νυχτερίδες άρχισαν να πετάγονται έξω -
να σκορπίζουν, σαν καπνός, σαν κύμα
κι αυτό κράτησε μισή ώρα, ένας ανοδικός χείμαρρος

από εκατομμύρια διαφορετικές νυχτερίδες.

[....]Οι νυχτερίδες είχαν πρόβλημα.

Με τις φτερούγες πάνω απ' τα κεφάλια τους σαν πτυσσόμενες ομπρέλες
βούτηξαν από ψηλά
ίσια πίσω στο σπήλαιο - ολόκληρο το σύννεφό τους.

Με απέραντο κουρελιασμένο σώμα το τζίνι
ξανάμπαινε στο λυχνάρι του. Σ' όλον το Νότο
η καταιγίδα άστραφτε και σερνόταν σαν πόλεμος.
Είχαν τα μάτια τους ανοιχτά, εκείνες οι νυχτερίδες. Σ' αντίθεση μ' εμάς
γνώριζαν πώς, και πότε, ν' αποσπαστούν
από τον έρωτα που κινεί τον ήλιο και τ' αστέρια.

Τεντ Χιουζ
(Edward James Hughes)


Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

από το βιβλίο Τεντ Χιουζ, Γράμματα γενεθλίων
Εκδόσεις: Μελάνι, 2004
*
Φωτ: commons.wikimedia.org
Από την Αίθουσα των Γιγάντων, στα σπήλαια του Κάρλσμπαντ,
στο Νέο Μεξικό.

Ετικέτες , ,

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

62. Patrick MacGrath: Νέα Υόρκη



Η χρονιά της κρεμάλας

Όλη μου τη ζωή την έζησα στη Νέα Υόρκη. Και, παρότι ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας, θυμάμαι ακόμη την εποχή που όλα ήταν ξένοιαστα' τότε που το Μανχάταν ήταν γεμάτο αγροκτήματα και περιβόλια που ξεχείλιζαν γαλήνη. Τότε που, όπως έλεγαν, οι ταξιδιώτες οι οποίοι διέσχιζαν το Νάροουζ μπορούσαν να μυρίσουν το νησί, την ευωδιά από τα αγριολούλουδα και τα οπωροφόρα δέντρα του από το πλοίο ακόμη.

Η ίδια η πόλη απλωνόταν στα νότια: κτίρια φτιαγμένα από τούβλο, με τις οξυκόρυφες βαθμιδωτές στέγες τους, τακτοποιημένα το ένα δίπλα στο άλλο σε σκιερούς, λιθόστρωτους δρόμους γεμάτους δέντρα, σκεπές από κεραμίδι και ξύλο σε διάφορα χρώματα. Στις αποβάθρες μας συνωστίζονταν τεράστια εμπορικά πλοία από κάθε γωνιά του κόσμου και οι έμποροί μας πλούτιζαν, ενώ μαζί τους άνθιζαν ένα σωρό επαγγέλματα και τέχνες. Ο πατέρας μου, επιπλοποιός με σταθερή δουλειά και πελατεία στα χρόνια της ευημερίας, πέρασε δύσκολα μόνο όταν έκλεισε το λιμάνι. Λίγο αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό του Ουάσινγκτον και έφυγε για τα βόρεια, εκεί όπου τα στρατεύματα πολιορκούσαν τους Βρετανούς στην κατεχόμενη Βοστόνη. Το σπίτι μας βρισκόταν στη δυτική πλευρά της πόλης, στην οδό Λάμπερτ, πίσω από την παλιά εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Εμένα, πάντως, μου φαινόταν ότι ζούσαμε κάτω από τη σκιά της και αυτό γιατί, όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε να περιπλανιέμαι μοναχός ανάμεσα στις μισογερμένες ταφόπλακες, που σε κάποια σημεία παραβίαζαν τα όρια του κήπου πίσω από το σπίτι μας, εκεί όπου βρίσκονταν το κοτέτσι και τα ζαρζαβατικά τα οποία καλλιεργούσε η μαμά. Το αγαπούσα αυτό το σπίτι. Το είχε χτίσει ο μπαμπάς μου με τα ίδια του τα χέρια και, παρότι δεν ήταν παρά ένα ταπεινό σπιτάκι, στα παιδικά μου μάτια φάνταζε ολόκληρη έπαυλη. Στα βόρεια βρίσκονταν έλη και χωράφια, χαμηλοί γκρεμοί ορθώνονταν πάνω από την κοίτη του ποταμού και βάρκες για την αλιεία των στρειδιών έστεκαν δεμένες στις όχθες. Πάνω από την οδό Γουόρεν, τα βοσκοτόπια ήταν γεμάτα με κοπάδια από αγελάδες και το καλοκαίρι το χορτάρι έφτανε μέχρι τημέση σου. Στα νότια, το λιμάνι.. Πολλές φορές διασχίζαμε με τη μαμά το νησί, για να πάμε να δούμε τα μεγάλα πλοία να αγκυροβολούν στις αποβάθρες του Ιστ Ρίβερ.

Πάτρικ Μακ Γκράθ

Μετάφραση: Μαρία Παπαγιάννη

από το βιβλίο Νέα Υόρκη, Πόλη των φαντασμάτων
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2006
*
Φωτ: paulmcgeheeart.com (Old New York Harbor -
"The Gateway to the New World" by Paul McGehee)


Ετικέτες , , ,

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

39. Frank O' Hara: Νέα Υόρκη


Βήματα

Πόσο αστεία είναι σήμερα η Νέα Υόρκη
σαν την Τζίντζερ Ρότζερς στο Σουίνγκταϊμ
και το καμπαναριό του Σεντ Μπρίτζετ που γέρνει λίγο αριστερά
μόλις σηκώθηκα απ' ένα κρεβάτι χορτασμένος από μέρες της Νίκης
(είχα βαρεθεί τις μέρες της Απόβασης) κι εσύ ακόμα γαλανή
με δέχεσαι ανόητο κι ελεύθερο.
Tο μόνο που θέλω είναι ένα δωμάτιο εκεί ψηλά
κι εσένα μέσα.
Aκόμα και το στοπ της κυκλοφορίας τις ώρες αιχμής
είναι ένας τρόπος για να τρίβονται μεταξύ τους οι άνθρωποι
κι όταν τα χειρουργικά τους όργανα αγκαλιαστούν
να μείνουν έτσι
για την υπόλοιπη ημέρα (τι μέρα).
Πάω να ελέγξω ένα σλάιντ και λέω
αυτός ο πίνακας δεν είναι τόσο γαλάζιος.

Που είναι η Λάνα Τέρνερ
βγήκε για φαγητό
και η Γκάρμπο είναι στα παρασκήνια του Μετροπόλιταν,
όλοι βγάζουν τα παλτά τους
κι έτσι μπορούν να δείξουν ένα θώρακα στους θωρακοθεατές'
και το πάρκο είναι γεμάτο χορευτές με τα κολάν και τα παπούτσια τους
μέσα σε μικρές τσάντες
που συχνά τους περνούν για εξωτερικούς εργάτες
του τμήματος Υ στο Γουέστ Σάιντ
γιατί όχι;
H ομάδα Πάιρετς του Πίτσμπουργκ ξεφωνίζει γιατί νίκησε
και κατά κάποιο τρόπο νικάμε όλοι
Είμαστε ζωντανοί.
Tο διαμέρισμα άδειασε απ’ το χαρούμενο ζευγάρι
που πήγε για πλάκα στην εξοχή
έφυγαν μια μέρα νωρίτερα,
ακόμα και τα μαχαιρώματα κάνουν καλό στην πληθυσμιακή έκρηξη
αν και σε λάθος χώρα,

κι όλοι εκείνοι οι ψεύτες έφυγαν από τον ΟΗΕ,
το κτίριο Σίγκραμ δεν είναι πλέον πόλος έλξης,
όχι πως χρειαζόμαστε ένα ποτό (απλά μας αρέσει)

και η μικρή κούτα είναι έξω στο πεζοδρόμιο
δίπλα στο μπακάλικο
κι έτσι ο γέρος μπορεί να καθίσει να πιει τη μπύρα του
κι αργότερα η γυναίκα του θα τον πετάξει έξω απ’ το σπίτι
καθώς ο ήλιος θα λάμπει ακόμα

ω θεέ είναι υπέροχο
να σηκώνομαι απ' το κρεβάτι
και να πίνω τόσο πολύ καφέ
και να καπνίζω τόσα πολλά τσιγάρα
και να σ' αγαπώ τόσο πολύ.

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα
Εκδόσεις: Ηριδανός, 2007


* * *


Νυχτερινό

Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
από το να αισθάνομαι άσχημα
και να μην μπορώ να σου το πω.
Όχι γιατί θα με σκότωνες
ή θα σε σκότωνε ή γιατί
δεν αγαπιόμαστε πολύ.
Είναι η απόσταση. Ο ουρανός είναι γκρι
και καθαρός, με ροζ και
μπλε σκιές κάτω από κάθε σύννεφο.
Ένα μικροσκοπικό αεροπλάνο ρίχνει
τη σκιά του στο κτήριο του ΟΗΕ.
Τα μάτια μου, όμοια με εκατομμύρια
γυάλινες πλατείες, απλά αντικατοπτρίζουν.
Κάθε τι βλέπει μέσα από μένα,
στη διάρκεια της μέρας καίγομαι
τη νύχτα κρυώνω' είμαι χτισμένος
με λάθος τρόπο ως προς
το ποτάμι και μια ήπια καταιγίδα
θα έσπαγε την κάθε μου ίνα.
Γιατί δεν κατευθύνομαι ανατολικά και δυτικά
αντί για βόρεια και νότια;
Είναι σφάλμα του αρχιτέκτονα.
Και σε λίγα χρόνια θα είμαι
άχρηστος, ούτε καν ένα κτίριο
γραφείων. Γιατί δεν έχεις
τηλέφωνο και μένεις τόσο
μακριά' το σήμα της Pepsi,
οι γλάροι κι ο θόρυβος.

Φρανκ Ο' Χάρα

Μετάφραση: Ρήγας Κούπα

από την ανθολογία Η Έλξη των Ομωνύμων
Εκδόσεις: Οδυσσέας, 2005

*
Φωτ: iqholidays.com και www.una-westtriangle.org
(στην δεύτερη, το κτίριο του ΟΗΕ)


Ετικέτες , ,

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

24. Jorge Luis Borges: Κέιμπριτζ


Κέμπριτζ

ΝΕΑ Αγγλία, ξημερώματα.
Στρίβω την οδό Κρέιγκι.
Σκέφτομαι (το 'χω ξανασκεφτεί)
ότι το όνομα Κρέιγκι είναι σκοτσέζικο
κι ότι η λέξη κράγκ έχει κέλτικη προέλευση.
Σκέφτομαι (το 'χω ξανασκεφτεί)
πως τούτος ο χειμώνας περιέχει όλους τους χειμώνες
όλων εκείνων που έγραψαν
ότι ο δρόμος είναι προκαθορισμένος
κι ότι ανήκουμε ήδη στον Έρωτα ή τη Φωτιά.
Το χιόνι, το πρωί, οι κόκκινοι τοίχοι
ίσως να 'ναι κάποιες μορφές της ευτυχίας,
εγώ έρχομαι όμως από πολιτείες άλλες
όπου τα χρώματα είναι αχνά
και όπου, καθώς πέφτει το βράδυ, μια γυναίκα
θα ποτίζει τα λουλούδια της αυλής.
Σηκώνω τα μάτια και σκορπίζει η ματιά μου στο απόλυτο γαλάζιο.
Κάπου πέρα θα είναι τα δέντρα του Λονγκφέλοου
και το νυσταλέο αεικίνητο ποτάμι.
Ψυχή στους δρόμους, κι όμως δεν είναι Κυριακή.
Δεν είναι καν Δευτέρα,
ή μέρα πού μας δίνει την ψευδαίσθηση κάποιας αρχής.
Δεν είναι Τρίτη,
η μέρα που κυριαρχεί ο κόκκινος πλανήτης.
Δεν είναι Τετάρτη,
η μέρα εκείνου του θεού των λαβυρίνθων
που στο Βορρά τον έλεγαν Οντίν.
Δεν είναι ούτε Πέμπτη,
η μέρα πού προδιαγράφει κιόλας την Κυριακή.
Δεν είναι Παρασκευή,
η μέρα της θεάς που στα δάση
συμπλέκει τα κορμιά των εραστών.
Δεν είναι ούτε Σάββατο.
Τούτη η μέρα δεν ανήκει στον διαδοχικό χρόνο
παρά μονάχα στα φασματικά βασίλεια της μνήμης.
Όπως στα όνειρα,
πίσω από τις μεγάλες πόρτες δεν υπάρχει τίποτα,
ούτε καν το κενό.
Όπως στα όνειρα,
πίσω απ' το πρόσωπο που μας κοιτάει δεν υπάρχει κανείς.
Κορόνα δίχως γράμματα σ' ένα κέρμα
με μια μόνο όψη, τα πράγματα.
Αυτά τα τιποτένια πράγματα είναι όλα κι όλα
τα όσα μας αφήνει στη ροή του ο χρόνος.
Είμαστε η ίδια μας η μνήμη,
εκείνο το χιμαιρικό μουσείο των μορφών που τρεμοπαίζουν,
ένας σωρός καθρέφτες θρυμματισμένοι.

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

από το βιβλίο Το εγκώμιο της σκιάς
Εκδόσεις: ύψιλον/βιβλία, 1999
*
Φωτ: cambridgema.gov


* * *
Cambridge

Nueva Inglaterra y la mañana.
Doblo por Craigie.
Pienso (yo lo he pensado)
que el nombre Craigie es escocés
y que la palabra crag es de origen celta.
Pienso (ya lo he pensado)
que en este invierno están los antiguos inviernos
de quienes dejaron escrito
que el camino esta prefijado
y que ya somos del Amor o del Fuego.
La nieve y la mañana y los muros rojos
pueden ser formas de la dicha,
pero yo vengo de otras ciudades
donde los colores son pálidos
y en las que una mujer, al caer la tarde,
regará las plantas del patio.
Alzo los ojos y los pierdo en el ubicuo azul.
Más allá están los árboles de Longfellow
y el dormido río incesante.
Nadie en las calles, pero no es un domingo.
No es un lunes,
el día que nos depara la ilusión de empezar.
No es un martes,
el día que preside el planeta rojo.
No es un miércoles,
el día de aquel dios de los laberintos
que en el Norte fue Odin.
No es jueves,
el día que ya se resigna al domingo.
No es un viernes,
el día regido por la divinidad que en las selvas
entreteje los cuerpos de los amantes.
No es un sábado.
No está en el tiempo sucesivo
sino en los reinos espectrales de la memoria.
Como en los sueños
detrás de las altas puertas no hay nada,
ni siquiera el vacío.
Como en los sueños,
detrás del rostro que nos mira no hay nadie.
Anverso sin reverso,
moneda de una sola cara, las cosas.
Esas miserias son los bienes
que el precipitado tiempo nos deja.
Somos nuestra memoria,
somos ese quimérico museo de formas inconstantes,
ese montón de espejos rotos.


Ετικέτες , , ,

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

10. Hart Crane: Νέα Υόρκη - Η γέφυρα του Μπρούκλιν


H γέφυρα του Μπρούκλυν

Πόσα ξημερώματα, παγωμένα απ' το πλάγιασμα στα κύματα
τα φτερά του γλάρου θα βουτούν και ψηλά θα τον πηγαίνουν
σκορπώντας λευκούς κρίκους θορύβου, δημιουργώντας ψηλά
πάνω απ' τα νερά του αλυσοδεμένου κόλπου Ελευθερία.

Μετά μ' αβίαστη στροφή τα μάτια μάς αφήνουν
σαν οπτασίες ταξιδιών στη θάλασσα
σε μια σελίδα με εικόνες που φυλάξαμε
ώσπου ανελκυστήρες μας απορρίξουν απ' τη μέρα μας.

Σκέφτομαι τα σινεμά, τα φανταστικά τεχνάσματα
με κόσμο αμέτρητο να σκύβει στη λαμπρή οθόνη
τεχνάσματα αφανέρωτα που ξαναγίνονται γοργά
πάνω στην ίδια την οθόνη, μπροστά σε άλλα μάτια.

Κι εσύ, αντίκρυ στο λιμάνι με ασημένια βήματα
λες και ο ήλιος από σένα δανείστηκε το βήμα του,
άφησε όμως κάποια κίνηση αξόδευτη μες στο δικό σου βήμα -
Βαστώντας σιωπηλά τη δική σου Ελευθερία!

Απ' τον υπόγειο, την κάμαρα ή τη σοφίτα
κάποιος τρελός ρίχνεται από το στηθαίο σου,
γέρνει εκεί για μια στιγμή με βαρυμένη ανάσα
και πέφτει ίδια μ' αστείο που ηχεί από άφωνο καραβάνι.
... ... ...
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα
Εκδόσεις: Ηριδανός, 2007
*
Φωτ: wirednewyork.com

Ετικέτες , , ,

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

9: Federico García Lorca: Νέα Υόρκη


Νέα Υόρκη

Γραφείο και καταγγελία
Στον Fernando Vela


Κάτω απ' τους πολλαπλασιασμούς
υπάρχει μια σταγόνα αίμα πάπιας'
κάτω απ' τις διαιρέσεις
υπάρχει μια σταγόνα αίμα ναυτικού'
κάτω απ' τις προστέσεις, ένα ποτάμι από αίμα τρυφερό.
Ένα ποτάμι πούρχεται τραγουδώντας
ανάμεσα απ' τους υπνοθάλαμους των προάστιων,
πού ειν' ασήμι, τσιμέντο ή αύρα
στην ψεύτραν αυγή της Νέας Υόρκης.
Υπάρχουνε τα βουνά. Το ξέρω.
Και οι διόπτρες για τη γνώση.
Το ξέρω. Όμως εγώ δεν ήρθα να δω το θολόν αίμα.
Το αίμα που φέρνει τις μηχανές στους καταράχτες
και το πνέμα στη γλώσσα της κόμπρας.
Όλες τις μέρες σκοτώνονται στη Νέα Υόρκη
τέσσερα εκατομμύρια πάπιες,
πέντε εκατομμύρια γουρούνια,
δυο χιλιάδες περιστέρια για την ευχαρίστηση των ετοιμοθάνατων,
ένα εκατομμύριο αγελάδες,
ένα εκατομμύριο αρνιά
και δυο εκατομμύρια πετεινοί,
που αφήνουν τους ουρανούς κομματιασμένους.
Καλύτερα να κλαις λυγμικά ακονίζοντας το μαχαίρι
ή να σκοτώνεις τα σκυλιά
σε ξέφρενα κυνήγια,
παρά ν' αντιστέκεσαι την αυγή
στις ατέλειωτες αμαξοστοιχίες από γάλα,
στις ατέλειωτες αμαξοστοιχίες από αίμα
και τις αμαξοστοιχίες από τριαντάφυλλα με τα χέρια δεμένα
για τους έμπορους των αρωμάτων.
... ... ...

Απόδοση: Κώστας Ζαρούκας

από το βιβλίο Λόρκα, Σκόρπια Ποιήματα
Εκδόσεις: Μέρμηγκας, 1975
*
Φωτ: www.girltweetsworld.com

Ετικέτες , , , ,