λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

160. Τζακ Κέρουακ: Μέξικο Σίτυ


Άγγελοι της ερημιάς

Όταν ξανασκέφτομαι το Μέξικο Σίτυ, μου έρχεται στο μυαλό μια πόλη χαρούμενη, ερεθιστική, κυρίως γύρω στις τέσσερεις το απόγευμα, όταν οι καλοκαιριάτικες καταιγίδες αναγκάζουν τον κόσμο να προχωρεί γρήγορα πάνω στα πεζοδρόμια που καθρεφτίζουν κι αντανακλούν το μπλε και το ροζ από τις φωτεινές επιγραφές νέον, τα ποδάρια των Ινδιάνων που φεύγουν βιαστικά, τα λεωφορεία, τ' αδιάβροχα, τα μικρά μπακάλικα, τις υγρές και κρύες παράγκες των τσαγγαράδων, τη γλυκειά ζωηράδα της φωνής των γυναικών και των παιδιών, την βαριά ζωηρότητα των ανδρών (που μοιάζουν ακόμα με τους Αζτέκους). - Ένα κερί μέσα σ' ένα μοναχικό δωμάτιο γράφοντας για τον κόσμο.

Κάθε φορά που ξαναγυρίζω στο Μέξικο Σίτυ, ξαφνιάζομαι ανακαλύπτοντας πως έχω ξεχάσει κάτι, δεν ξέρω ακριβώς τι, κάτι το παρακμιακό, κι ίσως πένθιμο.

Jack Kerouac

απόδοση: Νιόβη Λυγγιάρη

από Το Δέντρο, τχ.33
Μάρτιος 1983
(αρχείο ΕΚΕΒΙ)
*
Φωτ: flickr.com, από Gusl42

Ετικέτες , ,

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

128. Ουώλτ Ουίτμαν: Λίμνη Οντάριο


Στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
1

Πλάι στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
Καθώς σκεφτόμουνα τις μέρες του πολέμου, τη σημερινή ειρήνη αλλά και τους νεκρούς που πια δε θα γυρίσουν,
Φάντασμα γιγαντιαίο και μεγαλόπρεπο με πρόσωπο αυστηρό στάθηκε δίπλα μου
Και Ψάλλε μου, είπε, το ποίημα της Αμερικής που βγαίνει απ΄την καρδιά της, ψάλλε της νίκης το τραγούδι,
Της Λευτεριάς ξεκίνα τους παιάνες, πιο βροντερούς παρά ποτέ,
Ψάλλε πριν φύγεις το τραγούδι για της Δημοκρατίας τις αγωνίες και τα δεινά.

(Δημοκρατία, χρισμένη εσύ νικήτρια, κι όμως σε κάθε βήμα απατημένη
Από χαμόγελα υποκριτικά, θάνατο κι απιστία.)

[....]
19
Έτσι, πλάι στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
Κι ενώ με ρίπιζαν οι άνεμοι και το 'να μετά τ' άλλο με φτάνανε τα κύματα
Με τους παλμούς της δύναμης ερρίγησε η καρδιά μου κι ήμουν πια δέσμιος της γοητείας του θέματός μου
Ώσπου τα πέπλα που με τύλιγαν σκιστήκανε
Και τις ελεύθερες των ποιητών αντίκρισα ψυχές'
Οι πιο μεγάλοι βάρδοι των περασμένων εποχών περάσανε μπροστά μου,
Άνδρες παράξενοι, πανύψηλοι, αξύπνητοι από χρόνια κι αφανέρωτοι αποκαλύφθηκαν στα μάτια μου μπροστά.
... ... ...
(1856)

Walt Whitman

Απόδοση: Γιάννης Βαρβέρης

από το Πλανόδιον, τχ.9
Μάρτης 1989
*
Φωτ: boomersrvingstyle.wordpress.com

Ετικέτες , , ,

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

126. Καρλ Σάντμπουργκ: Σικάγο

Image and video hosting by TinyPic
Σικάγο

Χασάπη γουρουνιών του κόσμου
Κατασκευαστή εργαλείων, Αποθηκάρη Σιταριού,
Παίχτη Σιδηροδρόμων, Χειριστή των Ναύλων του Έθνους.
Μανιασμένο, βραχνό καυγατζίδικο.
Πόλη των τετράγωνων ώμων.
Μου λέν' πως είσαι αισχρό, και τους πιστεύω. Γιατί είδα
τις βαμμένες σου γυναίκες κάτω απ' το γκάζι
να ξεγελούν τα χωριατόπαιδα.
Και μου λέν' κακοποιό πως είσαι, κι' απαντώ:
Ναι, είδα τους δολοφόνους να σκοτώνουν και μετά
να τους αφίνουν λεύτερους για να ξανασκοτώσουν.
Και μου λέν' χτηνώδικο πως είσαι κι' απαντώ :
Στα πρόσωπα παιδιών και γυναικών είδα, ναι, τα σημάδια
της δίψας ν' ασελγήσουν.
Κι' έχοντας απαντήσει σ' όλα αυτά στρέφω ακόμα μια φορά
σ' εκείνους που σαρκάζουν έτσι για την πόλη μου,
και τους γυρνώ το σαρκασμό τους, και τους λέγω:
Ελάτε σεις και δείξτε μου μιαν άλλη πόλη που να τραγουδά
με το κεφάλι της ψηλά, που τόσο περήφανη γιατ' είναι άξεστη,
και ζωντανή και δυνατή και κατεργάρα.
Μαγνητικές βλαστήμιες ρίχνοντας, κι' ενώ κοπιάζει για να βάλει
τη μια δουλειά πάνω στην άλλη, εδώ ένας ψηλέας είναι,
γεμάτος δύναμη στο χτύπημα, που ολοζώντανο τον βάλαν
μπρος στις μικρές απαλές πόλεις,

Άγριο σαν σκυλί λαχανιασμένο, έτοιμο ν' αρπάξει, πονηρό,
σαν άγριος άνθρωπος που η ερημιά τον πολεμάει,
Ξεσκούφωτος,
Φτυαρίζοντας,
Γκρεμίζοντας,
Σχεδιάζοντας,
Χτίζοντας, χαλώντας, ξαναχτίζοντας,
Κάτω από τον καπνό, με σκόνη ολόγυρα στο στόμα, γελώντας
μ' άσπρα δόντια
Γελώντας κάτω από το τρομερό βάρος της μοίρας,
σαν παληκάρι πού γελάει,
Γελώντας μάλιστα καθώς ένας ανήξερος πολεμιστής
όπου δεν έχασε ποτέ μια μάχη,
Γελώντας με καυχησιές, πως στου χεριού του τον καρπό
είναι ο σφυγμός, και μέσα στα πλευρά του, του λαού η καρδιά,
Γελώντας!
Γελώντας το μανιασμένο, το βραχνό, το καυγατζίδικο γέλιο των νειάτων,
μισόγυμνο, ιδρωμένο, περήφανο που 'ναι
Χασάπης γουρουνιών,
Κατασκευαστής εργαλείων, Αποθηκάρης Σιταριού, Παίχτης Σιδηροδρόμων
και Χειριστής των Ναύλων του Έθνους.

Carl Sandburg

Μετάφραση: Κ. Βινέλλης

από την παγκόσμιο ανθολογία ποιήσεως, τμ.β΄
των Ρίτα Μπούμη και Νίκου Παππά
Εκδόσεις: Γεωργίου Παπαδημητρίου, 1953
*

Φωτ: skyscraperpicture.com

Ετικέτες , ,

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

112. Κάρολιν Φορσέ: Βελιγράδι


Αντοχή

Στο Βελιγράδι τα παράθυρα του τουριστικού
ξενοδοχείου ανοίγουν πάνω από επτά ορόφους πασχαλιές,
βροχή ξεπαστρεύει υφαντά τραπεζομάντηλα και ποτά
από τα τραπεζάκια, οι μεταξωτές σημαίες των αδέσμευτων εθνών
πλουμιστά εσώρρουχα στον άνεμο. Ο Τίτο ζούσε.
Ψώνισα στ' αγγλικά, με περάσαν για Τσέχα,
περπάτησα ως τα συντριβάνια και την αγορά
με τα σκόρδα και τα τσαντήρια, επανειλημμένως
συνάντησα τη νεκρή μου Άννα,
σκληρά κίτρινα φασόλια στην ποδιά της,
με το άσπρο της βαμβακερό καλοκαιριάτικο τσεμπέρι,
τα μάτια της σκληρά κουκούτσια της περασμένης της ζωής.
Κουτσομπολιό με φιλενάδες, με κομπολόι
στα χέρια, κάτι να μου πουλήσει έκανε.
Η Άννα ξεφλούδιζε τα χέρια της
με το κοφτερό μαχαιράκι, έλεγε: Στη χώρα σας
δεν έχετε τίποτα. Η κάθε λέξη
φλούδα πεταμένη στο δρόμο
ή βουνό πολιορκημένο από τραίνα
φορτωμένα κοπριά και θλίψη.
Στο Βελιγράδι έψαξα για κάποιο άγιο
πρόσωπο ζωγραφισμένο χωρίς χέρια
όπως όταν ο εικονογράφος πέφτει για ύπνο
και ξυπνά με μια εικόνα σταλμένη από τους νεκρούς.
Σε κάθε γωνιά η Άννα παράταγε τη δουλειά
στο πόδι, σήκωνε το κεφάλι της και με κοίταζε.
Είμαι ποιήτρια και άτεκνη, είπα.
Ποτέ δε ζωγράφισα αυγό, ούτε έφτιαξα προσευχές
κι έχω να γιορτάσω σωστά το Πάσχα χρόνια.
Από το Βελιγράδι στη Φραγκφούρτη πέρσι
καλοκαιριάτικα, από Φραγκφούρτη Νέα Υόρκη,
από Νέα Υόρκη στην κοιλάδα του Ρόανωκ
εκεί που τα βουνά σφίγγουν ανάμεσά τους
την ανάσα των νεκρών και ξεκολλούν
απ' το κάθε πρωινό μια φρέσκια γάζα πάχνης.
Νέα Υόρκη, Ρόανωκ, από την κοιλάδα
σε τούτο δω το ακρωτήρι και τους λόφους
όπου ο άνεμος αποκτάει κορμί δικό του
και το έλατο σκύβει στο παράθυρο
το βράδυ και χτυπάει το τζάμι
σα γυναίκα που έζησε τα πάντα.
Πισκάτα, σιγά τη γλώσσα σου, μου λέει.
Κάτι προσπαθώ να σου μηνύσω.

Carolyn Forché

Μετάφραση: Στάθης Γουργουρής

από τη λέξη
τχ. 58, Οκτώβριος '86
*
Φωτ: munplanet.com

* * *
- η Κάρολιν Φορσέ στo γράμμα σε χαρτί

Ετικέτες , ,

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

88. Countee Cullen: Βαλτιμόρη


Επεισόδιο

Μια μέρα ενώ σεργιάνιζα στην παλιά Βαλτιμόρη
με καρδιά φουσκωμένη από χαρά, γεμάτος κέφι,
είδα ένα βαλτιμοριανό να με κυττά σκληρά
με βλέμμα, που λες τρύπαγε το πρόσωπο μου.
Θα 'μουν οχτώ χρονών και μικροκαμωμένος'
αυτός ολόιδιος ήταν με μένα σε όλα
γι αυτό του χαμογέλασα, μα εκείνος
τη γλώσσα πέταξε έξω και μ' είπε "βρωμονέγρο".

Από το Μάη ως το Δεκέμβρη μήνα
εγύρισα κι εγνώρισα όλη τη Βαλτιμόρη'
μα απ' όσα είδα κι άκουσα, μονάχα
τη φοβερή αυτή θυμάμαι προσβολή.

Κάουντυ Κάλλεν

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά

Από την
παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης
Εκδ. Τύμφη, 1973

*
Φωτ: dougdoebler.com

Ετικέτες , ,

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

73. Christopher Merrill: Άθως


Ταξίδι στον Άθω

Δυστυχώς, η δική μου πνευματική ανεστιότητα απέκτησε από περιεχόμενο στο Βατοπέδι, όταν δεν μπόρεσα να πείσω τον αρχοντάρη να παραβλέψει το γεγονός ότι δεν είχα αναγγείλει προηγουμένως την πρόθεσή μου να διανυκτερεύσω. Το επόμενο μοναστήρι, η μονή Παντοκράτορος, απείχε αρκετά χιλιόμετρα, και όταν ξεκίνησα - χωρίς να υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα έβρισκα κατάλυμα εκεί - με έπιασαν κράμπες στα πόδια και ο σβέρκος μου πονούσε. Ένας εργάτης προσφέρθηκε να με πάει με το αυτοκίνητο ως την κορυφή του πρώτου λόφου, αλλά από εκεί έπρεπε να σύρω τα πόδια μου μέσα στη σκόνη μέχρι ένα άλσος με βελανιδιές, μετά μέσα από φτέρες, αγκαθωτούς θάμνους και κουφοξυλιές ως τον γκρεμό πάνω από έναν πύργο-παρατηρητήριο κι ένα κελί. Είχε σχεδόν σουρουπώσει, όταν από κάποιο ακρωτήριο δίπλα στη θάλασσα αντίκρισα επιτέλους τη Μονή Παντοκράτορος. Αυτό ήταν το τελευταίο ιδιόρρυθμο μοναστήρι που επέστρεψε στο κοινοβιακό πρότυπο, και οι μοναχοί προετοιμάζονταν με ενθουσιασμό να γιορτάσουν την Κοίμηση και τη γιορτή της μονής, τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Όταν ο αρχοντάρης μου έδωσε ένα δωμάτιο με θέα στη θάλασσα, δόξασα τον Θεό. Σε χρόνο μηδέν έπεσα σε βαθύ ύπνο.

Από πόρτα σε πόρτα, από κόσμο σε κόσμο - αυτή ήταν η οπτική εντύπωση που μου γεννήθηκε παρακολουθώντας τη Λειτουργία από τον τζαμωτό νάρθηκα του καθολικού.

Έξω ο ήλιος ανέτειλε κόκκινος πάνω από τη θάλασσα φωτίζοντας την πλακόστρωτη αυλή που ακολουθούσε την κατωφέρεια του εδάφους πέρα από την εκκλησία, τις πορτοκαλιές σε άσπρες γλάστρες γεμάτες βότανα, έναν προσκυνητή που βάδιζε κάτω από μια καμάρα, μια γάτα κουλουριασμένη πάνω στις σκάλες. Μέσα οι εικόνες ήταν τόσο μαυρισμένες που μπόρεσα να διακρίνω μόνο αυτές του Χριστού Παντοκράτορος και της Παρθένου Γερόντισσας, μιας από τις τρεις εικόνες που προστατεύουν το Άγιον Όρος, που, καθώς λέγεται, διέταξε κάποτε έναν ιερέα να ολοκληρώσει γρήγορα την Ακολουθία ώστε ο ηγούμενος να λάβει τη Θεία Μετάληψη προτού ξεψυχήσει.

«Τα πιο αφρόντιστα πράγματα είναι κατά κάποιο τρόπο όμορφα» γράφει ο ποιητής Τζον Άσμπερι «και η αφροντισιά είναι αυτή που κάνει την πειραματική τέχνη όμορφη, όπως όμορφες είναι οι θρησκείες λόγω της μεγάλης πιθανότητας να έχουν θεμελιωθεί στο τίποτα.»

Κρίστοφερ Μέριλ

Μετάφραση: Νίκος Κούτρας

από το βιβλίο Ταξίδι στον Άθω
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2004

*
Φωτ: imma.edu.gr
Η μονή Εσφιγμένου

Ετικέτες , ,

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

39. Frank O' Hara: Νέα Υόρκη


Βήματα

Πόσο αστεία είναι σήμερα η Νέα Υόρκη
σαν την Τζίντζερ Ρότζερς στο Σουίνγκταϊμ
και το καμπαναριό του Σεντ Μπρίτζετ που γέρνει λίγο αριστερά
μόλις σηκώθηκα απ' ένα κρεβάτι χορτασμένος από μέρες της Νίκης
(είχα βαρεθεί τις μέρες της Απόβασης) κι εσύ ακόμα γαλανή
με δέχεσαι ανόητο κι ελεύθερο.
Tο μόνο που θέλω είναι ένα δωμάτιο εκεί ψηλά
κι εσένα μέσα.
Aκόμα και το στοπ της κυκλοφορίας τις ώρες αιχμής
είναι ένας τρόπος για να τρίβονται μεταξύ τους οι άνθρωποι
κι όταν τα χειρουργικά τους όργανα αγκαλιαστούν
να μείνουν έτσι
για την υπόλοιπη ημέρα (τι μέρα).
Πάω να ελέγξω ένα σλάιντ και λέω
αυτός ο πίνακας δεν είναι τόσο γαλάζιος.

Που είναι η Λάνα Τέρνερ
βγήκε για φαγητό
και η Γκάρμπο είναι στα παρασκήνια του Μετροπόλιταν,
όλοι βγάζουν τα παλτά τους
κι έτσι μπορούν να δείξουν ένα θώρακα στους θωρακοθεατές'
και το πάρκο είναι γεμάτο χορευτές με τα κολάν και τα παπούτσια τους
μέσα σε μικρές τσάντες
που συχνά τους περνούν για εξωτερικούς εργάτες
του τμήματος Υ στο Γουέστ Σάιντ
γιατί όχι;
H ομάδα Πάιρετς του Πίτσμπουργκ ξεφωνίζει γιατί νίκησε
και κατά κάποιο τρόπο νικάμε όλοι
Είμαστε ζωντανοί.
Tο διαμέρισμα άδειασε απ’ το χαρούμενο ζευγάρι
που πήγε για πλάκα στην εξοχή
έφυγαν μια μέρα νωρίτερα,
ακόμα και τα μαχαιρώματα κάνουν καλό στην πληθυσμιακή έκρηξη
αν και σε λάθος χώρα,

κι όλοι εκείνοι οι ψεύτες έφυγαν από τον ΟΗΕ,
το κτίριο Σίγκραμ δεν είναι πλέον πόλος έλξης,
όχι πως χρειαζόμαστε ένα ποτό (απλά μας αρέσει)

και η μικρή κούτα είναι έξω στο πεζοδρόμιο
δίπλα στο μπακάλικο
κι έτσι ο γέρος μπορεί να καθίσει να πιει τη μπύρα του
κι αργότερα η γυναίκα του θα τον πετάξει έξω απ’ το σπίτι
καθώς ο ήλιος θα λάμπει ακόμα

ω θεέ είναι υπέροχο
να σηκώνομαι απ' το κρεβάτι
και να πίνω τόσο πολύ καφέ
και να καπνίζω τόσα πολλά τσιγάρα
και να σ' αγαπώ τόσο πολύ.

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα
Εκδόσεις: Ηριδανός, 2007


* * *


Νυχτερινό

Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
από το να αισθάνομαι άσχημα
και να μην μπορώ να σου το πω.
Όχι γιατί θα με σκότωνες
ή θα σε σκότωνε ή γιατί
δεν αγαπιόμαστε πολύ.
Είναι η απόσταση. Ο ουρανός είναι γκρι
και καθαρός, με ροζ και
μπλε σκιές κάτω από κάθε σύννεφο.
Ένα μικροσκοπικό αεροπλάνο ρίχνει
τη σκιά του στο κτήριο του ΟΗΕ.
Τα μάτια μου, όμοια με εκατομμύρια
γυάλινες πλατείες, απλά αντικατοπτρίζουν.
Κάθε τι βλέπει μέσα από μένα,
στη διάρκεια της μέρας καίγομαι
τη νύχτα κρυώνω' είμαι χτισμένος
με λάθος τρόπο ως προς
το ποτάμι και μια ήπια καταιγίδα
θα έσπαγε την κάθε μου ίνα.
Γιατί δεν κατευθύνομαι ανατολικά και δυτικά
αντί για βόρεια και νότια;
Είναι σφάλμα του αρχιτέκτονα.
Και σε λίγα χρόνια θα είμαι
άχρηστος, ούτε καν ένα κτίριο
γραφείων. Γιατί δεν έχεις
τηλέφωνο και μένεις τόσο
μακριά' το σήμα της Pepsi,
οι γλάροι κι ο θόρυβος.

Φρανκ Ο' Χάρα

Μετάφραση: Ρήγας Κούπα

από την ανθολογία Η Έλξη των Ομωνύμων
Εκδόσεις: Οδυσσέας, 2005

*
Φωτ: iqholidays.com και www.una-westtriangle.org
(στην δεύτερη, το κτίριο του ΟΗΕ)


Ετικέτες , ,

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

29. Christopher Bakken: Ραβέννα



Ραβέννα

Τίποτα δεν πάει χαμένο, ούτε καν εδώ,
πόλη των καυσαερίων και των μονόδρομων.
Ραβέννα, τα ευρύχωρα λεωφορεία σου

ξεχειλίζουν από ηλιοκαμμένους Οστρογότθους.
Απομεινάρια του Βυζαντίου αστράφτουν
χτισμένα σ' εσοχές, πάνω σε ιερό ασβεστόλιθο,

αλλά ακόμα και στην εκκλησία του Αγίου Βιταλίου
οι τουρίστες κουράζονται με τόσο φως εξ Ανατολών.
Κι η θάλασσα γνέφει αντίο καθώς αναχωρεί

για την Ελλάδα, μολυσμένη με χιλιάδες λιρέτες
κι οι βαπτισμένοι σου κατακτητές έρχονται κάθε Μάη
για Κιάντι και pasta e fagioli.

Σκουπίδια, σπίτια, άνθρωποι πνιγμένοι στ' αμπέλια σου,
όλα ανεξαιρέτως τραβούν για τον τάφο.
Και κανείς δεν αναστατώνεται από κείνη τη βάρβαρη λαλιά

τα γκράφιτι πάνω στα δημόσια κτίρια:
Vexilla regis prodeunt inferni.
Ποιον αυτοκράτορα λοιπόν να προσκυνάμε τώρα;

Μόνο τις βροχερές μέρες μπορούμε να δούμε
καινούρια ζωή ν' ανθίζει στη Ραβέννα:
όπως σήμερα, όταν μέσα στις σκιές

του μισοσκότεινου τάφου του Δάντη ξεπροβάλλει
μια νεαρή Γαλλίδα, με τα μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδες,
και μιαν αγκαλιά φτερά από παγώνι.

Μετάφραση: Ρούλα Κονσολάκη

από το βιβλίο του Κρίστοφερ Μπάκκεν Και μετά την Ελλάδα τι...
Εκδόσεις: απειρον, 2005

*
Φωτ: fotografieitalia.it
Ραβέννα, Piazza del Popolo

Ετικέτες , ,

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

28. Ποιητικά ταξίδια του Harold Norse (6 Ιουλίου 1916 - χθες)


Μεσόγειος - Kόστα Μπράβα - (φωτ: hickerphoto.com)

Τώρα

9 χρόνια
περιπλανιέμαι γύρω απ' τη Μεσόγειο

μακριά από ινδιάνικες κατάρες μεθυσμένα χνώτα φυλετικές
συγκρούσεις

σύνταμα στο Παρίσι (πάλι)
μαύρος βαρύς και υγρός
χειμώνας
όλοι κρυώνουν και αναπηδούν

πολυβόλα εκπυρσοκροτούν
έξω
μπαίνουμε στην Ελβετία
όλο χιόνι και σοκολάτα
το σκοτάδι διαυγές σχεδόν άσπρο
γέρνει πάνω στο τζάμι
και το χνωτίζει
όλοι κοιμούνται
μόνο εγώ μονάχος στον βιαστικό διάδρομο
ακούω τον εκπνέοντα συριγμό
όλων των τόπων που βρέθηκα
... ... ...

* *
Κλασσικό διάζωμα σ' ένα γκαράζ

...της Μεσογείου ο μύθος
βρισκόταν σ' εκείνο το γκαράζ
εκεί που μελαμψοί γεροδεμένοι
νέοι δεν έβλεπαν τίποτα ασυνήθιστο
στο έργο τους
ανάμεσα σε ήρωες νεκρούς και θεούς

τον Ερμή όμως είδα μες στο ουράνιο τόξο
του σκούρου λαδιού πάνω στο πάτωμα
να καθρεφτίζεται
και τα άγρια μαλλιά της Σίβυλλας
καθώς τα λόγια της κόχλασαν
παράφρονα και πνίγηκαν
κάτω απ' της μηχανής το μουγκρητό.

* *

Το λιμάνι της Ύδρας - (φωτ: i-live.gr)

Τροχιά του Κάρμα

Ωχρέ νέε του βορρά με σκούρα ισπανικά μάτια
και εβραϊκό μυαλό που διέσχισες το μονοπάτι σου μέσα από
ποίηση Ι - Τσινγκ
μιλώντας για υπερσυνειδησιακές τηλεπαθητικές συμπτωματικές
αλλαγές
του αιώνιου τώρα

κάνοντας ωτοστόπ στις παράξενες ζενικές
περιμέτρους της φώτισης
Μάλμε - Ύδρα
Ελσίνκι - Ίμπιζα

προσφέροντας τις συνθηματικές καρμικές μαντικές παρανοϊκές
σχέσεις των εξαγράμμων

η Φιλανδία είναι λευκή κι εσύ είχες ανάγκη να βρεθείς στο μπλέ
του νότιου καλοκαιρινού χρυσού για να βρεις τρόπο
βα διασχίσεις τη γέφυρα
... ... ...

* *

Δελφοί, Κασταλία Πηγή - (φωτ: bbs.keyhole.com)

Αντίο

Κάθησα στης Ευρώπης τον πιο αρχαίο θρόνο
κι άκουσα το παγώνι να φωνάζει μες στα ερείπια
μέθυσα πίνοντας από την Κασταλία πηγή
εκείνη που οι λατίνοι ποιητές
πηγή έμπνευσης την ονόμαζαν

και χάιδεψα στους Δελφούς τον ομφαλό του κόσμου

είδα τον ήλιο
σε κολώνες κόκκινες
και κολώνες χρυσές
και γαλάζιους πιθήκους

κι είδα το βασιλιά των κρίνων
να ξεπροβάλλει
από της Κρήτης
τον φλεγόμενο τοίχο
μυημένο, με φτερά στολισμένο
να κοιτάζει ψηλός και νέος
μέσα από τους σεισμούς του χρόνου

και στου Απόλλωνα το μαντείο
άκουσα την Πυθία
μέσ' απ' το βράχο: ΔΙΑΛΕΞΕ
... ... ...

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία Μπητ Ποίησης
Εκδόσεις: Ροές, 2003

Ετικέτες

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

11. Ai: Κούβα


Κούβα, 1962

Όταν ο πετεινός πηδάει στο πρεβάζι
κι απλώνει τα κοκκινόχρυσα φτερά του
ξυπνάω νομίζοντας πως είναι ο ήλιος
και φωνάζω τη Χουανίτα, την ακούω ν' απαντάει,
μα μόνο μες στο νου μου.
Ξέρω είναι κιόλας έξω,
σπάζοντας το καλάμι από τη ρίζα του
χρησιμοποιώντας μόνο τα μεγάλα χέρια της.
Παίρνω το μπαλταδάκι και περπατώ μες στα ζαχαροκάλαμα,
ως να τη δω ξαπλωμένη μπρούμυτα μες στη λάσπη.

Χουανίτα, νεκρή έτσι μες στο πρωί.
Υψώνω το μπαλταδάκι
—ό,τι παίρνω από τη γη τής το δίνω πίσω—
και κόβω τα πόδια της.
Σηκώνω το σώμα και το κουβαλάω στο κάρο
όπου φορτώνω τη ζάχαρη και την πουλάω στη «χώρα».
Όποιος γευτεί τη γυναίκα μου στην καραμέλα του, στο γλυκό του
δοκιμάζει κάτι γλυκύτερο απ' αυτό το ζαχαροκάλαμο:
είναι η θλίψη.
Αν πολυφάς, κι άλλο ζητάς,
ποτέ σου δε χορταίνεις.

Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

από το βιβλίο Σύγχρονοι Αμερικανοί ΠοιητέςΕκδόσεις: ύψιλον/βιβλία, 1983
*
Φωτ: tour2cuba.com
Κούβα, η Κοιλάδα των Ζαχαρουργείων - Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO

Ετικέτες , ,

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

10. Hart Crane: Νέα Υόρκη - Η γέφυρα του Μπρούκλιν


H γέφυρα του Μπρούκλυν

Πόσα ξημερώματα, παγωμένα απ' το πλάγιασμα στα κύματα
τα φτερά του γλάρου θα βουτούν και ψηλά θα τον πηγαίνουν
σκορπώντας λευκούς κρίκους θορύβου, δημιουργώντας ψηλά
πάνω απ' τα νερά του αλυσοδεμένου κόλπου Ελευθερία.

Μετά μ' αβίαστη στροφή τα μάτια μάς αφήνουν
σαν οπτασίες ταξιδιών στη θάλασσα
σε μια σελίδα με εικόνες που φυλάξαμε
ώσπου ανελκυστήρες μας απορρίξουν απ' τη μέρα μας.

Σκέφτομαι τα σινεμά, τα φανταστικά τεχνάσματα
με κόσμο αμέτρητο να σκύβει στη λαμπρή οθόνη
τεχνάσματα αφανέρωτα που ξαναγίνονται γοργά
πάνω στην ίδια την οθόνη, μπροστά σε άλλα μάτια.

Κι εσύ, αντίκρυ στο λιμάνι με ασημένια βήματα
λες και ο ήλιος από σένα δανείστηκε το βήμα του,
άφησε όμως κάποια κίνηση αξόδευτη μες στο δικό σου βήμα -
Βαστώντας σιωπηλά τη δική σου Ελευθερία!

Απ' τον υπόγειο, την κάμαρα ή τη σοφίτα
κάποιος τρελός ρίχνεται από το στηθαίο σου,
γέρνει εκεί για μια στιγμή με βαρυμένη ανάσα
και πέφτει ίδια μ' αστείο που ηχεί από άφωνο καραβάνι.
... ... ...
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα
Εκδόσεις: Ηριδανός, 2007
*
Φωτ: wirednewyork.com

Ετικέτες , , ,

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

4. Arna Wendell Bontemps: Ιερουσαλήμ - Βηθεσδά


Νυχτερινό στη Βηθεσδά

Μου φάνηκε πως είδα έναν άγγελο να χαμηλοπετάει,
μου φάνηκε πως είδα τον παλμί μιας φτερούγας
απάνω στίς μουριές' αλλά, ποτέ πια τίποτα.

Η Βηθεσδά κοιμάται. Αυτός ο αρχαίος βάλτος
που γιάτρευε αμέτρητους Εβραίους γενειοφόρους
δεν ξυπνά. Αυτός ο βάλτος που τον ανατάραζαν
οι άγγελοι, πια είναι ακίνητος. Γιατί
κανένας σήμερα, άγγελος δεν τον αγγίζει
κανένας Σωτήρας δεν έρχεται, κρατώντας την υγεία,
για να γιατρέψει τους αρρώστους
και να προστάξει στο χωλό να σηκωθεί και να πηδήξει
Έχει περάσει η χρυσή εποχή. Τότε προς τι η αναμονή
τόσον καιρό στα μαρμαρένια σκαλοπάτια, ενώ το αίμα
αναπηδά από τις ανοιχτές πληγές μας; και γιατί
τα νέγρικά μας πρόσωπα ψάχνουν τον άδειο ουρανό;
Μήπως κάτι πολύτιμο να 'χομε λησμονήσει,
μήπως το χάσαμε καθώς περιπλανιόμαστε σε ξένα μέρη;

Ήταν μια μέρα, τώρα το θυμάμαι,
εχτύπησα το στήθος μου και φώναξα:
«Πλύνε με, Κύριε, πλύνε με μ' ένα κύμα ανέμου
πάνω απ' του κριθαριού τον κάμπο'
πλησίασε. "Ον θειο, σιωπηλό, πλησίασε!
Περπάτησε στους λόφους με πόδι αλαφρό, λεπτό
και μπρος στον καταρράχτη σταμάτησε και μίλησε.

«Βύθισε χέρια λευκά στο βάλτο με τους κρίνους
και θρήνησε πάνω στις άρπες στα δέντρα κρεμασμένες
κοντά στη Βαβυλώνα, πέρα ως πέρα στην ακροποταμιά,
όμως, σε ικετεύω, θυμήσου με προτού το καλοκαίρι
τελειώσει και τα ρόδα χάσουν την πορφυράδα τους.»

Ο αρχαίος τρόμος μού σφίγγει την καρδιά, φοβάμαι
τα ήσυχα νερά και τα χλωμά λυκόφωτα.
θα 'ρθούν μέρες καλύτερες όταν θα 'χω πεθάνει,
θαυματουργοί θα υπάρχουν βάλτοι μα εγώ θα μείνω αγιάτρευτος.
Αστέρια φεγγοβόλα θα λάμπουνε τρεμουλιαστά για πάντα
πάνω απ' τον τόπο όπου θα κείτομαι έρημος.

Κι όμως ελπίζω, φλέγομαι να ζήσω
Και αν υπάρχει επιστροφή υστερ' από το θάνατο
θα επιστρέψω. Μα όχι εδώ'
Αν με θελήσετε, κάτω απ' τις φοινικιές της Αφρικής
να με αναζητήσετε. Κι αν δε με βρείτε κει
τότε να με καλέσετε μπορείτε
πέρα απ' τις φωτεινές αμμούδες, όπου
μπορεί ν' ακολουθώ στην έρημο ένα καραβάνι.

Μπορεί θανάτου αιώνες να διατρέξω
με μάτια ήρεμα, μα θα θυμάμαι ακόμα
ένα δέντρο της ζούγκλας με φλογοκόκκινα πουλιά.
Κάτι εδώ έχω ξεχάσει' κάτι πολύτιμο, ακριβό.
θα πάω ν' αναζητήσω στολίδια από αβόριο,
θα πεθάνω για ένα φρούτο της ζούνγκλας.

Συ, Βηβεσδά, δεν ακούς.
Ω πράσινο, ήρεμο νερό ενός βάλτου ασάλευτου!
Η αγάπη σ' άφισε και μ' άφισε.
Ήτανε κάποια μέρα που κρατούσες στην καρδιά
περισσοβλάστηση πανσέληνο
και άκουγες τα λόγια ανθρώπων που 'χουν πια πεθάνει
κι έβλεπες τους αγγέλους να πετούνε.
Υπάρχει μια Ιστορία, στο πρόσωπό σου, απλή'
τα χρόνια σε ρυτίδωσαν. Το ξέρω, Βηθεσδά!
Είσ' όλη θλίψη. Το ίδιο συμβαίνει και σε μένα.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη Παπά

από την παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης "Ο μαύρος αδελφός"
Εκδόσεις: Τύμφη, 1972
*
Φωτ: delange.org
Η κολυμβήθρα της Βηθεσδά στην μουσουλμανική συνοικία
της Ιερουσαλήμ, κοντά στη Πύλη των Λεόντων.


= = =

Το ίδιο ποίημα από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως
του Κλέωνος Β. Παράσχου, σε μετάφραση Δ. Σταύρου - (εκδ. Παρουσία, 1999)


Νόμισα πως είδα έναν άγγελο να χαμηλοπετά,
νόμισα πώς είδα ένα φτεροκόπημα φτερούγας
πάω από τις μουριές. Αλλά ποτέ πια.
Η Βηθεσδά κοιμάται. Η παλιά αυτή λίμνη
που γιάτρευε πλήθος γενειοφόρων Ιουδαίων,
δεν ξυπνά.
Η λίμνη που κάποτε οι άγγελοι την ανατάραζαν,
δε σαλεύει.
Κανένας άγγελος Κυρίου δεν ταράζει τώρα τα νερά της,
κανένας Σωτήρας δεν κρατεί στα χέρια του φάρμακο θαυματουργό,
κανένας που να πει στον παράλυτο
«Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».
Οι χρυσές μέρες έφυγαν.
Γιατί περιμένουμε τόσο πολύ πάνω στα μαρμαρένια σκαλοπάτια,
με το αίμα να τρέχει από τις ανοιχτές πληγές μας;
γιατί τα μαύρα μας πρόσωπα να ζητούν τον άδειον ουρανό;
Είναι τίποτε εκεί πού το 'χουμε ξεχάσει;
Είναι τίποτε το πολύτιμο που το χάσαμε
περιπλανώμενοι σε ξένες χώρες;

Ήτανε θυμάμαι κάποια μέρα
που στηθοκοπιόμουν και φώναζα:
«Εξάγνισέ με, θεέ, μ' ένα κύμα ανέμου πάνω στα στάχυα!
Ω γαλήνιε Εσύ, έλα, ζύγωσε!
Περπάτησε πάνω στους λόφους με τα πόδια σου τ' αγαπημένα,
και στάσου δίπλα στον καταράχτη και μίλησε.
Βύθισε τ' αγνά σου χέρια στη λίμνη με τους κρίνους,
και θρήνησε πάνω στις άρπες που ακόμα κρέμονται στα δέντρα,
κοντά στη Βαβυλώνα, πέρα ως πέρα στην ακροποταμιά.
Αλλά θυμήσου με, παρακαλώ, προτού το καλοκαίρι φύγει
και τα ροδόφυλλα χάσουν το πορφυρό τους χρώμα».

Η παλιά τρομάρα, ο φόβος των ήσυχων νερών
και των λιποθυμισμένων δειλινών, μου σφίγγει την καρδιά!
θα 'ρθουν καλύτερες μέρες όταν θα 'χω πεθάνει,
θα 'ναι θεραπευτικές πηγές
που εγώ δε θα μπορώ να εύρω τη γιατρειά μου.
Τα φεγγοβόλα αστέρια θα λάμπουν για πάντα και για πάντα
πάνω από τον τύπο όπου θα κείτουμαι έρημος.

Όμως ελπίζω, λαχταρώ να ζήσω ακόμη.
Κι αν υπάρχει ανάσταση νεκρών, θα επιστρέψω.
Αλλά όχι εδώ.
Αν με θελήσετε, να μ' αναζητήσετε
κάτω από τα φοινικόδεντρα της Αφρικής.
Κι αν δεν είμαι εκεί, να με καλέσετε
ανάμεσα από τους αμμουδερούς, λαμπερούς λόφους'
ίσως έκεί ν' ακολουθώ κανένα καραβάνι της ερήμου.

Μπορεί να περάσω, μέσα από αιώνες θανάτου,
με ματιά γαληνεμένα.
Όμως ακόμα θα θυμάμαι ένα δέντρο της ζούγκλας
με πουλιά φλογοκόκκινα.
Ναι, είναι κάτι που το ξέχασα' κάτι το πολύτιμο.
Θ' αναζητώ στολίδια από ελεφαντόδοντο,
θα πεθαίνω για έναν καρπό της ζούγκλας.

Δεν ακούς, Βηθεσδά!
Ω γαλήνιο πράσινο νερό σε λίμνη ασάλευτη!
Η αγάπη σ' εγκατέλειψε καθώς κ' εμένα.
Ήταν κάποια μέρα πού κρατούσες
ένα πλούσιο, ολόγιομο φεγγάρι πάνω στην καρδιά σου,
κι αφουγκραζόσουν τα λόγια εκείνων που έχουν πια πεθάνει.
Και είδες τους αγγέλους να πετούν.
Γράφτηκε μια ιστορία απλή πάνω στο πρόσωπο σου.
Το ξέρω, Βηθεσδά! ! Είσαι λυπημένη.
Κ' εγώ το ίδιο.

Ετικέτες , ,