λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

91. Γρηγόρης Μοναστηριώτης: Μπονεγκίλα


Ο Γιάγκος

Ο Γιάγκος έριξε ένα βλέμμα στον καταυλισμό. Του θύμισε στρατιωτικό Κέντρο Διερχομένων. Για την ακρίβεια, Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσύλλεκτων. Δεν πρόλαβε να απολυθεί και ξαναβρέθηκε στρατιώτης, ντυμένος πολιτικά. Το είπε σ΄ ένα διπλανό του. Εκείνος πέταξε χωρατεύοντας: «Λες να μας κουρέψουν κιόλας;»

Ο Γιάγκος αρκέστηκε να χαμογελάσει. «Μπονεγκίλα», σκέφτηκε. Εδώ Μπονεγκίλα. Στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών. Σταθμός απελπισίας. Αφετηρία ελπίδας. Τα πόδια ακόμα τρέμουν από το κούνημα του καραβιού. Από την πρώτη κι όλας μέρα άρχισε η εκπαίδευση.

Μαθαίνεις να πίνεις τσάι με γάλα, το φημισμένο «κάπ οφ τι» που μοιάζει σα να κατούρησε γάιδαρος στο μαστέλο της μπουγάδας. Σε χαιρετούν ή σε βρίζουν, δεν ξέρεις. Εσύ χαμογελάς, δεν έχουν λόγους να σε βρίσουν. Τα λίγα Αγγλικά που έμαθες δεν αρκούν να καταλάβεις. Μετά το πρωινό τσάι, το μάθημα αγγλικής γλώσσας, τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια: «It is a long way to Teperery» και «Waltzing Matilda», σίγουρος τρόπος να μάθει κανείς μια ξένη γλώσσα, σίγουρος τρόπος να σου εμπνεύσουν το αυστραλιανό εθνικό φρόνημα.

Εδώ Μπονεγκίλα. Σταθμός μιζέριας, αφετηρία ελπίδας. Εδώ σταματά το παρελθόν. Ξεχνιούνται όλα. Στόχος: εκπλήρωση πόθων.
... ...
Γρηγόρης Μοναστηριώτης

Από τους Αντίποδες - τχ. 56/2010
Περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού
Συνδέσμου Μελβούρνης
(Αφιέρωμα στους Ομογενείς Λογοτέχνες)

*
Φωτ: en.wikipedia.org
Αυστραλία, το Μεταναστευτικό Κέντρο Υποδοχής της Μπονεγκίλα

Ετικέτες , ,

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

90. René Char: Περού


Η έξαλλη χειροτεχνία

Το κόκκινο τροχόσπιτο στην άκρη του καρφιού
Και πτώμα στο καλάθι
Κι άλογα για όργωμα στο πέταλο του αλόγου
Ονειρεύομαι με το κεφάλι στην αιχμή του μαχαιριού μου το Περού

Ρενέ Σαρ

Μετάφραση: Σωκράτης Κ. Ζερβός

Από την λέξη - τχ. 92
Φεβρουάριος '90

*
Φωτ: flickr.com by
GlobeTrotter 2000
Ικίτος, Αμαζόνιος

Ετικέτες , ,

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

89. Χρήστος Αμανατίδης: Ακαπούλκο


Το Ακαπούλκο

Τι έχω ανάγκην;
Την σιωπήν των.
Τι χρειάζεται δια να καταστήσω όλους τούτους άφωνους;
Ένα μέγα ψέμα.
Ποίο είναι τούτο;
Το Ακαπούλκο!
Διατί το Ακαπούλκο;
Μακράν είναι και όσον μακράν τοσούτον απρόσιτον.

[....]
Το καλοκαίρι τελείωνε και οι τελευταίοι αδειούχοι επέστρεφαν με βαριά καρδιά πίσω στο μουντό γραφείο. Μέχρι να δρομολογηθεί η ρουτίνα έπρεπε ο καθένας να καταθέσει την περιπέτεια του καλοκαιριού του, κατάθεση υποχρεωτική και ευχάριστη σχεδόν για όλους, γιατί όλοι, ποιος λίγο ποιος πολύ, είχαν δραπετεύσει από την πνιγηρή Αθήνα και το θέμα καλοκαιρινές διακοπές ήταν το κυρίαρχο θέμα των ημερών. Μιλήσανε όλοι και ξαναμιλήσανε και μόνο η κοπέλα στο γραφείο τέσσερα δεν άνοιζε το στόμα της να πει πώς πέρασε έναν ολόκληρο μήνα που έλειψε με άδεια.

- Εσύ δεν θα μας πεις, Κλαίρη, πού μαύρισες φέτος;
- Δεν σας λέω, γιατί θα ζηλέψετε.
- Έλα πες μας καλέ, τι να ζηλέψουμε, αμάν πια με τα μυστήρια σου!

Κοντοστάθηκε λίγο για να απολαύσει τη σιωπή που τους επέβαλε και:
- Εγώ είχα πάει στο Ακαπούλκο! Δεν θέλω να σας κάνω να ζηλέψετε, αλλά ήταν υπέροχα!

Πώς ήταν δυνατόν να μη ζηλέψουνε. Μια κουβέντα είναι αυτή. Για μια στιγμή το Κιάτο, η Άρτα, το Ναύπλιο, ακόμα και η Ρόδος, που μόλις λίγο πριν έπαιζαν μονότερμα, χλώμιασαν από το φθόνο τους. Εκεί που όλοι είχαν στα χέρια τους κέντες και ζεύγη και φουλ και καρρέ του Άσσου, ξαφνικά εμφανίστηκε από το πουθενά ένα λαμπρό φλός ρουαγιάλ και τους τα πήρε όλα! Το δωμάτιο φωτίστηκε με έναν λαμπρό μεξικάνικο ήλιο.

Από την λέξη - τχ. 181
Σεπτέμβριος 2004

*
Φωτ: fwallpapers.net

Ετικέτες , ,