λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Δευτέρα, 07 Δεκεμβρίου 2009

57. Elias Canetti: Μαρίενμπαντ (Η άλλη δίκη)



Εκείνο τον Απρίλιο εμφανίζεται σε μια κάρτα για πρώτη φορά η λέξη Μαρίενμπαντ και αρχίζει να επανέρχεται σε τακτά διαστήματα. Σxεδιάζει να πάρει άδεια και θέλει να μείνει για τρεις βδομάδες στο Μαρίενμπαντ, όπου πιστεύει πως θα ηρεμήσει. Τώρα οι κάρτες είναι συxνότερες. Στα μέσα Μαΐου κάνει ένα υπηρεσιακό ταξίδι στο Μαρίενμπαντ και της γράφει αμέσως μετά την άφιξή του ένα αρκετά μεγάλο γράμμα καθώς και μία κάρτα:

Το Μαρίενμπαντ είναι ασύλληπτα ωραίο. Θα έπρεπε ν' ακολουθήσω πολύ πριν το ένστικτό μου, που μου λέει πως οι πιο παχείς άνθρωποι είναι και οι πιο έξυπνοι. Γιατί υπάρχει η δυνατότητα να κάνεις κούρα αδυνατίσματος ακόμα και χωρίς τις ιαματικές πηγές, όμως μόνο εδώ μπορείς να περιπλανηθείς σε δάση σαν αυτά. Η φύση φαίνεται πιο όμορφη, επειδή όλα είναι ήσυχα και άδεια και επειδή είμαι σε θέση να αφομοιώσω καθετί έμψυχο και άψυχο' ο μουντός, χειμωνιάτικος καιρός ελάχιστα μ' έχει επηρεάσει. Σκέφτομαι πως αν ήμουνα Κινέζος και γύριζα τώρα στο σπίτι μου (στο βάθος είμαι ένας Κινέζος που επιστρέφει στο σπίτι του), θα έκανα το παν για να ξανάρθω εδώ. Αx, πόσο θα σου άρεσε!""

Ελίας Κανέτι
Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης

από το βιβλίο Η άλλη δίκη - Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε
Εκδόσεις: Scripta, 2002

*
Φωτ: en.wikimedia.org
Χαρακτηριστικά κτίρια στο κέντρο της λουτρόπολης Μάριενμπαντ (Mariánské Lázně) της Τσεχίας

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

56. Pier Paolo Pasolini: Στις θέρμες του Καρακάλα -(Ρώμη)-



Στις θέρμες του Καρακάλα

Πάει για τις Θέρμες του Καρακάλα
έχει στητό το στήθος του, σαν στις πατρικές
κατηφοριές των Απεννίνων, στα μονοπάτια
που 'φτιαξαν κοπάδια μέσα στους αιώνες, μ' ευλάβεια
τα λείψανα των Μπερμπερίνων - και τώρα λερός,
κάτω απ' το σκονισμένο μάγκικο σκούφο
έχει τα χέρια του στις τσέπες - στα έντεκα βοσκός
ξενιτεμένος, και τώρα δω, χαρούμενος μα χτήνος
μέσα στο ρωμιανόλικό του γέλιο, ζεστός ακόμη.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Μετάφραση: Στέλιος Κάτσικας

από το βιβλίο ΠΑΖΟΛΙΝΙ, ΟΥΓΓΑΡΕΤΙ, ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ
Εκδόσεις: Αιγόκερως, 2000

*
Φωτ: commons.wikimedia.org

Ετικέτες , ,

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

55. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Κόρινθος



Κόρινθος

Φτάσαμε με κόπο στο ύψωμα. Ο δρόμος κουλουριάζεται μέχρι τη θάλασσα
εκεί που ο ήλιος κατηφορίζει θρυμματίζοντας το άσπρο xαλίκι σε φως
και το λουλάκι του ουρανού ψήνει την άσφαλτο σκαρφαλώνοντας ως τους στρατώνες

Σ' αυτό τον ερημότοπο με το λειψό νερό, τον αφιλόξενο ήλιο
ήταν τα μάρμαρα ζεστά και κλάψαμε δίπλα στις πεσμένες κολόνες
και κάποιος xάραξε στο περιστύλιο τ' όνομά του'

Ούτε ένα σxήμα καραβιού στο αxνιστό απομεσήμερο. Η αντικρινή στεριά
και ο ήλιος να χορεύει στις βεράντες του Saint George Hotel. Όλα είναι έτοιμα
τα φρούτα στον πάγο, τα σερβίτσια ανέγγιχτα
και οι λέξεις κομψά ταιριασμένες σε μιαν ανύπαρκτη σχέση. Αργότερα μένει
το μαλακό φως πίσω απ' τα μάτια σου στον άλλο ουρανό. Μα τώρα
που η αγωνία πυκνώνει και η μοναξιά του αρμυρού νερού δεν ξεδιψά
μας γέννησε η ένοχη σχέση, μας πεθαίνει
η ευθύνη της σκηνοθετημένης εκλογής. Τι γυρεύαμε
σ' αυτές τις ξαπλωμένες κολόνες που δεν ονειρεύονται
τι να ζητούσαμε

Από το βιβλίο Ο δύσκολος θάνατος
Εκδόσεις: Νεφέλη, 2007

*
Φωτ: Panos Voliotis, από greecescene.com


Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

54. Δημήτρης Γαλάνης: Αττική



Αττική

Το Γκάζι'
οι καμινάδες της "Λατώ"'
το Μπαρουτάδικο.

Η γιαγιά μου η Πάρνηθα,
ο παππούς μου ο Υμηττός
με μαυρισμένα γένια.

Στο βάθος ο Σαρωνικός
μ' ένα πελώριο μάτι από μαζούτ,
το σαπισμένο xνώτο του "Εντερπράιζ".
Ομολογώ: Δε βλέπω άλλη διέξοδο.
Θα φύγουμε από τούτον το Πολύφημο,
τούτη τη μολυσμένη σπηλιά
κάτω απ' τις κοιλιές των προβάτων.

Από το βιβλίο Εξέδρα
Αθήνα, 1973

*
Φωτ: members.virtualtourist.com, by janetanne

Ετικέτες , ,

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

53. Γεράσιμος Δενδρινός: Ελευσίνα (Άλκης)



Ένα ελάχιστα φωτισμένο γκαζάδικο έπλεε αργά προς τη Νέα Πέραμο, και από τη Σαλαμίνα αντίπερα, εκτός από τα νυσταλέα, τρεμουλιαστά φώτα του χωριού Μπατσί, άλλο τίποτε' μόνο το βλέμμα του Άλκη, χαμένο σ' αυτές τις εικόνες και η πνοή του σιρόκου να νοτίζει τρυφερά το δωμάτιο. Ένα τσιγάρο μισοκαμένο στο τασάκι, δίπλα σε βιβλία και ανοιγμένα τετράδια με διορθώσεις και διαγραμμένες στροφές στίχων, ενώ, απ' την άλλη κάμαρη, η ξεθυμασμένη μυρωδιά του μεσημεριανού φαγητού κι ο σπασμωδικός ξερόβηχας της μάνας του.

Στο νου του στροβιλίζονταν σκηνές της προxθεσινής νύxτας: Απεγνωσμένη πορεία μέσα στη σκιά του μαντρότοιχου του εργοστασίου "Κρόνος", ανακατωμένη με το απόμακρο φως των φαναριών της παραλίας, κάτω απ' την αραιή συστάδα των πανύψηλων ευκάλυπτων που τη νύχτα φωλιάζουν σπουργίτια, το εσπευσμένο βήμα στους γύρω δρόμους, η ερωτική μανία του και τέλος, κάπως αργά, εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, πριν από την άφιξη των φορτηγών, ως λυτρωτκή ανταμοιβή για τους λαθραίους επισκέπτες, τα διερχόμενα σιγά σιγά αυτοκίνητα με τα σκοτεινά πρόσωπα των οδηγών, που η καύτρα του τσιγάρου, τους xαρίζει πίσω απ' το παρμπρίζ μια φευγαλέα ανταύγεια.

Ο Άλκης περιφερόταν μάταια σ' αυτά τα μέρη. Πλησίαζε κιόλας έντεκα και η νύxτα ήταν δροσερή από την αύρα του καναλιού. Ο κίτρινος δίσκος του φεγγαριού έγερνε στο βουνό της Σαλαμίνας, τα σκυλιά ήταν ακόμη μακριά, τ' αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στην παραλία ελάχιστα, και στην οδό Κανελλοπούλου μόνο εκείνος πρόβαλλε κατ' αραιά διαστήματα ως μοναδική παρουσία απ' το αρρωστημένο φως του δρόμου στη σκοτεινιά της "Ελαιουργικής".

Από το βιβλίο Άλκης
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2003

*
Φωτ: Fotis Marinelis από το matkustajalaivat.com


Ετικέτες , ,

Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009

52. Γιώργος Χρονάς: Πέραμα



Πέραμα

Κάθε φορά που η αίσθηση της παρουσίας
μέσα στην ανώνυμη κάμαρα προσπαθεί να συλλάβει
στο κλάσμα του δευτερολέπτου την ηδονή
ξεπροβάλλει σπαραxτικά μόνο το Πέραμα
όπως το είδαν τα παιδιά εκείνη την Κυριακή
που ο φωτογράφος έξω από τις ταβέρνες
με τα γραμμόφωνα και τον τραγουδιστή με τη xωρίστρα στη μέση
στις επτά το πρωί φωτογράφιζε τη μάνα του Νέρωνα και του Αλκιβιάδη
με φόντο τη Σαλαμίνα, τα καρνάγια και τις βάρκες που σαπίζαν στα νερά.

Από το βιβλίο Τα αρχαία βρέφη
Εκδόσεις: Άκμων, 1980

*
Φωτ: www.panoramio.com, by fabioschon

Ετικέτες , ,

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

51. Johannes Edfelt: Ωδή στον Πειραιά



Ωδή στον Πειραιά

Εσείς να πιείτε, δέντρα του Λυκαβηττού, την τελευταία γουλιά
που σας κερνάει ο ταβερνιάρης Ήλιος. Μα το τραγούδι αυτό
το διονυσιακό που ακούγεται τώρα καθώς η νύχτα πέφτει
από ένα ραδιόφωνο, που βήχει σαν φυματικό,
εδώ σε κάποιο καταγώγι στο λιμάνι, σ' έναν Πειραιά γκρίζο και μουχλιασμένο:
κατακάθια κρασιού, καπνός, αργή και ανόρεχτη χαρτοπαιξία,
γάτες λειψές, σαν σκελετοί κάτω από τα τραπέζια τριγυρνούν...
Έτσι πεθαίνει μια μέρα στην Ελλάδα. Σκαμμένα πρόσωπα
που γρήγορα θα σβήσουν. Άρρωστο φως σαν περασμένο από βρώμικο
γυαλί ή διάφανο χαρτί απλώνεται στους δρόμους,
όπου φουσκώνει ανθρωποθάλασσα, ποτάμι αναβλύζει το αίμα,
με πυρετό και δύναμη υψώνεται η βουή
και κορυφώνεται - ώσπου να βυθιστεί. Κι εκεί ψηλά
η Ακρόπολη σκεπάζεται απ' τον γαλάζιο θόλο της σιωπής της,
-Ψυχές στοιβάζονται στη συνοικία του λιμανιού' ο αγώνας
για ζωή δεν έχει τέλος' με αιώνιο πόνο υφαίνεται
το υφάδι αυτό της μοίρας του ανθρώπου. Τα μεγαλεία τώρα -
τα σπουδάζουν αρχαιολόγοι! Αλλά η μπόχα, η στέρηση -
η αλήθεια ενός κενού που ανοίγεται ανάμεσα στα κύματα! - Ω ψυχές, μνήμες κρυμμένες
ημερολόγια καταστρωμάτων, εκεί που οι αποστάσεις ανασαίνουν' βουίζουν οι ακτές
πορφυρές σαν ιβίσκοι και κίτρινες σαν το μέλι, σε μια λάμψη της θάλασσας
τα δελφίναι χορεύουν τριγύρω απ' την πλώρη' εκεί που νησιά κοραλένια ξανθά
ευωδιάζουνε γράμματα που έγραψαν χέρια θαλασσινών.
Ετοιμόρροπες αποθήκες, γραφεία με λογιστικά βιβλία
και λογαριασμούς, όπου όλα έχουν καταχωρηθεί σχολαστικά
γκρίζες κολόνες που στηρίζουν τη ζωή μας' εκεί που έχουνε γραφτεί
δόξες κατολισθήσεις' ναυάγια του μεγάλου ταξιδιού!
-Ξάφνου σηκώνεται άνεμος' η θάλασσα αγριεύει.
Σκοτείνιασε της Αίγινας ο κόλπος.
Σαλπάρει μαύρο σύννεφο, φαρδύ σαν τη σχεδία του Οδυσσέα.
Εσείς να πιείτε, δέντρα του Λυκαβηττού, την τελευταία γουλιά. -

Γιοχάνες Έντφελτ

Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
Επιμέλεια: Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

από την Σύγχρονη Σουηδική Ποίηση
Εκδόσεις: Γνώση, 1994
*
Φωτ: του michelleadams629 από το photobucket.com

Ετικέτες , ,

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

50. Wirginia Woolf: Αίγινα (Ελλάδα και Μάης μαζί)



Ω η βροχή, η βροχή! Αυτό την άλλη μέρα στην Αίγινα. Αυτό το όμορφο μαλακό νησί, με το ηλιοψημένο μονοπάτι, τη θάλασσα και την ακρογιαλιά, τα μικρά ροζ και κίτρινα σπίτια, το θυμάρι, την απότομη λοφοπλαγιά, το Ναό, σκελετώδη, κυρίαρχο, τους κόλπους ξέχειλους από θάλασσα — όλα αυτά δεν ήταν παρά ψύχρα, ομίχλη, βροχή, Αμερικάνοι μαζεμένοι γύρω από έναν κοκαλιάρη καθηγητή' και μεις ζαρωμένοι κάτω από ένα πεύκο που άφηνε τη βροχή να περνάει. Αλλά ακόμη κι έτσι, ο Ρότζερ έλεγε «Σπουδαίο, σπουδαίο», ένας ναός από ψαμμόλιθο καλύτερος απ' το Σούνιο. Καταπληκτικό το τι μπορεί να κάνει μια μεγαλοφυΐα σ' έναν τόσο μικρό χώρο — ιδού οι τέλειες αναλογίες — και η βροχή μάς ανάγκασε να κατηφορίσουμε όσο πιο γρήγορα γινόταν για το πλοίο μας.

Virginia Woolf

Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου

από το βιβλίο Ελλάδα και Μάης μαζί
Εκδόσεις: ύψιλον, 1996

*
Φωτ: twip.org


Ετικέτες , ,

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

49. Ζέφη Δαράκη: Πόρος [Κάποτε καλοκαίριασε] & [Δεν έχω δίκιο]



Κάποτε καλοκαίριασε
κι ο Πόρος ξανάγραψε τους βυθούς του

Σαν μπλε του ήλιου το νερό στο ποτήρι
Τυλιγμένος στις φλόγες του Αυγούστου
λες και δεν ήσουν εκείνος ο άγνωστος
ο γόης του δρόμου
Το αόρατο γύρω απ' το σώμα
Λες και δεν ήσουν εκείνος ο τρελός
με τη μοτοσικλέτα
Λες και δεν ήμουν εκείνο το δωμάτιο
Το μικρό καρυδένιο κρεβάτι
να τεντώνει το φιλί στο σεντόνι

Τυλιγμένη στις φλόγες του Αυγούστου
λες και δεν ήμουν εκείνο το κλάμα
Εκείνο το κύμα να βουλιάζει
το φιλί στον καθρέφτη

Έρωτα τώρα καταλαβαίνεις
Ήσουν η ανταμοιβή μου
για τα χρόνια που πέρασα στο ποτάμι
με δυο αδερφούς
και τρεις πατεράδες αδέκαστους

* * *



Δεν έχω δίκιο έχω άδικο έτσι να με πονάνε τώρα τα βήματά μου

Όπως τότε σχεδόν ξυπόλητη
Να λάμπουνε στη θάλασσα του Πόρου
τα περασμένα. Στην Ύδρα δίπλα στο νερό
σταματημένες ψαλμωδίες στη μέση απ' τα κανόνια
άφωνα μνήματα σε φράχτες

Κατηφορίζοντας αίθουσες διαλέξεων δεν έχω δίκιο
έχω άδικο να φοράω γυαλιά ηλίου σα να με κάνει
η νύχτα στη Βουκουρεστίου να κλαίω

από το βιβλίο Ζέφη Δαράκη, Η θλίψη καίει τις σκιές μας
Εκδόσεις: Νεφέλη, 1995

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

48. Λύντια Στεφάνου: Ύδρα



Ύδρα

Βαρύ το μεσημέρι' τα κορμιά
δεμένα σαν τα καράβια, σαν τα νερά,
στο πέτρινο ακρογιάλι. Ολοένα δυσκολεύει η ανάσα, ολοένα
όπως ψηλαφούμε μέλη ουδέτερα, κρυφές γραφές,
πρόσωπα γυμνά, σβησμένα στο άσπρο,
γυρεύοντας επίμονα ένα χώρο που δεν είναι πια δικός μας.

Αφουγκραζόμαστε τις ρίζες, που προχωρούν
μοναχικές,
σχεδόν αυτάρκεις, κάτω απ' την πέτρα,
να δέσουμε τον ήχο τους με τη φωνή μας
και την άλλη φωνή, που πήρε η θάλασσα
-να βρούμε τη φωνή μας.

Πάνω μας, το παλιό κανόνι, αδιάφορο
σαν το άδειο μάτι ενός κύκλωπα
που ξόδεψε τη δύναμή του ν' ανεβάζη
τις μεγάλες πέτρες στο φως
κ' είδε μια μέρα,
με το τρομερό του μάτι
είδε να γκρεμίζει το γιγάντιο τείχος,
είδε τον ήλιο μονομιάς ν' αδειάζη
τινάζοντας μαύρες φωτιές!..
Τώρα αναπαύεται εν ειρήνη κάτω απ' τα ερείπια...

Σπίτια χτισμένα κάθετα στο βράχο,
με τα βαριά κλειδιά στην ξώθυρα'
κανείς δεν άνοιξε, κανείς δεν πίστεψε
πως ήταν σπίτια...- ένα σκηνικό.
Δυο προσωπεία από γύψο στους γυμνούς τοίχους, κι ανάμεσά τους
το πρόσωπο
με την ακίνητη έκφραση..- ένας άλλος πόνος.

Πλάι στα νερά, ένα καράβι - αρχαίο φυτό,
και σκυλί ασάλευτο στην πλώρη
κοιτάζει εκεί που δεν τολμούμε
οσμίζεται ίσως
τις σκιές κάποιων νεκρών,
που στοίχειωσαν στην άλλη ακρογιαλιά.

Κραυγή απ' το χέρι εφιάλτη φιμωμένη
- άραγε θα μας γνώριζαν,
θα μας γνώριζαν απ' ό,τι μένει
στη φωνή του αίματος,
στη ρίζα της φωνής,
αυτοί που μέτρησαν το αίμα με το αίμα,
το αίμα με το ξύλο της ζωής,
αυτοί
που πήραν τα καράβια κ' έγιναν
φωτιές στη μέση του πελάγου,
αυτοί που γύρισαν με φλάμπουρα
σημαίες,
και το φαρδύ τους στήθος
στολισμένο δάφνες,
κ' ύστερα κάψανε τις δάφνες,
ν' ακούν σωστά
τον χτύπο της καρδιάς τους,
αυτοί
που πήραν τούτο το νησί
στους ώμους
και το ταξίδεψαν στην άκρη του καιρού
θα μας γνώριζαν απ' τη φωνή
αυτοί
που εμείς ξεχάσαμε τη φωνή τους
κ' έμειναν ένα όνομα να ψηλαφούμε πάντα στις πέτρες
μα δε μπορούμε
γιατί έγινε ένα
με τις πέτρες που μας πληγώνουν
ένα με τ' αξεδιάλυτα
σημάδια του ήλιου
- που ανεβαίνει μόνος.
λαμπρός, ανέγγιχτος
στο φοβερό γαλάζιο...

από την Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη (τόμος 3ος)
Έκδοση: Τα Νέα Ελληνικά, 1972

*
Φωτ: worldisround.com

Ετικέτες , ,

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

47. Zeki Ömer Defne: Ραντεβού στο Αϊβαλί



Ραντεβού στο Αϊβαλί
Αφιερώνεται στον Έρμο Αργαίο

Του Μαγιού με τα κεράσια και τα τριαντάφυλλα
Η ζεστασιά καθώς θ' αρχίσει στο Αϊβαλί να κατεβαίνει
Απ' τους μπαχτσέδες και την ποίησήη του
Εσείς, εγώ, ο Γιορουλμάζ
Με ρακί καζανιαστό
Και κονιάκ ελληνικό
Έτσι μια μέρα να σμίξουμε η πεντάδα
Στου Σεϊτάνσοφρά σε μια γωνιά
Της θάλασσας καθώς θ' αρχίζει η φωταψία ένα δείλι.
Έτσι κάπου να κάτσουμε
Και τον ήλιο μας κανείς μη μας τον κρύψει
Του απομεσήμερου τον ορίζοντα να σκοτεινιάσει
Κανείς να μην τολμήσει το τραπέζι μας μακριά να πάρει
Απ' τις όμορφες εκείνες που ζούμε ώρες
Σε τέτοιον τόπο να σταλιάσουμε
Όπου ποτήρι κανενός τη φιλία μας θα σκιάσει.
Να πιούμε παρέα γεμίζοντας
Απ' του ολόγιομου φεγγαριού κομμένο το ποτήρι στην Ανατολή
Και απ' την ίδια χρυσή κούπα πίνοντας κρασί
Ο Ποσειδώνας με το Διόνυσο στη Δύση
Την ίδια στιγμή σηκώνοντας τα ποτήρια
Και στέλνοντας μηνύματα
Να πιούμε στην υγειά της ανθρωπιάς, και της φιλίας
Κι ας λένε πώς αυτό είναι μια ουτοπία...
Να πίνουμε αιώνια αδελφωμένοι
Τραγουδώντας και απαγγέλοντας ποιήματά μας
Και της κιθάρας οι μελωδίες στ' αυτιά μας να ηχούνε
(1977)

Ζεκί Ομέρ Ντεφνέ

Μετάφραση: Έρμος Αργαίος

από την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης
Εκδόσεις: Αλφειός, 1981

*
Φωτ: Welcome to greece2india Blog
To Αϊβαλί, όπως φαίνεται από το Μοσχονήσι.


Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 01 Οκτωβρίου 2009

46. Ilya Ehrenburg: Μόσχα (Άνθρωποι χρόνια ζωή)



Άνθρωποι Χρόνια Ζωή

Όλα αλλάξανε μα κατά κάποιο τρόπο περισσότερο απ' όλα άλλαξε η Μόσχα. Όταν ξαναφέρνω στη μνήμη μου τους δρόμους των παιδικών μου χρόνων, μου φαίνεται πως τους είδα στον κινηματογράφο.

Η πιο αινιγματική εικόνα απ' όσες ξανάρχονται στο μυαλό μου, είναι ίσως ο ιπποκίνητος τροχιόδρομος. (Θυμάμαι την ημερα που βαλαν μπρος το πρώτο τραμ — απ' το σταθμό Νικολάγιεβσκη μέχρι την πλατεία Στρασνάγια στεκόμασταν αποσβολωμένοι μπροστά στο θαύμα της τεχνικής και οι σπινθήρες του τρολλέ μας είχαν συγκλονίσει όσο συγκλονίζουνε τώρα τους ανθρώπους οι σπούτνικ.)

[....] Το καλοκαίρι η Μόσχα είταν καταπράσινη, τον χειμώνα κάτασπρη. Δεν καθαρίζανε τους δρόμους απ' το χιόνι και μέχρι τις απόκριες οι σωροί υψώνονταν πελώριοι. Τα έλκυθρα γλυστρούσαν αθόρυβα. Τον Μάη, τα στενά, κακοστρωμένα πεζοδρόμια τα σκέπαζε το χιόνι της πασχαλιάς: μπροστά στα σπίτια υπήρχαν μικροί κήποι, όλοι με τον φράχτη τους. Χρυσίζανε ή φαντάζανε γαλάζιοι οι τρούλοι των εκκλησιών. Πάνω απ' τα σπίτια προβάλανε κάτι αινιγματικά κτίσματα — οι βίγλες των πυροσβεστικών τμημάτων' στις κορφές τους κρέμαγαν μπαλόνια που σε βοηθάγανε να καταλάβεις σε ποια μεριά της πόλης γινόταν πυρκαϊά. Οι συνοικίες της πόλης διακρίνονταν επίσης ανάλογα με το χρώμα των αλόγων της πυροσβεστικής: αλιτζένιες, άσπρες, κορακάτες. Όταν το κρύο έφτανε στους εικοσιπέντε βαθμούς Ρεωμύρου, δεν είχαμε μάθημα στο γυμνάσιο' εγώ χουχούλιζα απ' το βράδι το κρυσταλλιασμένο τζάμι του παράθυρου, για να δω το θερμόμετρο απ' έξω — θες να σφίξει το κρύο αύριο; Το πρωί όμως δεν έβλεπα σημαία στη βίγλα. Και τη διακοπή των μαθημάτων απ' τις βίγλες τη μαθαίναμε.

Ηλία Έρενμπουργκ

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

από την εξάτομη αυτοβιογραφία του Η. Έρενμπουργκ Άνθρωποι Χρόνια Ζωή
Εκδόσεις: Νεφέλη, 1980

*
Φωτ: i.telegraph.co.uk


Ετικέτες , ,

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

45. Oles Gontsar: Ραγκούν (Μια αναλαμπή ευτυχίας)



Μια αναλαμπή ευτυχίας

Στην τροπική πόλη, όπου οι νεαροί στρατιώτες με τα μελαψά πρόσωπα και τις πρασινωπές σαν του χρώματος της ζούγκλας στολές τους στέκουν με τα αυτόματα τους στις σκοπιές, στην πόλη των ολόχρυσων βουδικών ναών, που υψώνονται στον ουρανό σαν θημωνιές με κιτρινοκόκκινες ανταύγειες, στην πόλη που η νύχτα πάνω της πέφτει απαλά και πολύ νωρίς και στο σκοτάδι του παλατιού, λες και βγήκε από τα παραμύθια της Σεχραζάντ, ξαφνικά φάνηκε ένα πρόσωπο με όμορφη κατατομή σαν δακτυλιδόπετρα και στη σκηνή, που λάμπει από την υπέροχη ανατολίτικη πλαστικότητα, τα χέρια των χορευτριών τραγουδούν, πλέκουν το τραγούδι της αγάπης κάτω από τους ήχους ενός θαυμάσιου οργάνου (που δεν μπορέσαμε να μάθουμε την ονομασία του). Σ' αυτήν την παγερή, τροπική, υγρή βραδιά της πόλης Ραγκούν, γεμάτη από μαγικές μελωδίες, ομορφιές και ακατάσχετα όνειρα, θυμήθηκα άγνωστο γιατί αυτή την παλιά ιστορία, ιστορία διαφορετικού γεωγραφικού πλάτους...

Όλες Γκόντσαρ

Μετάφραση: Αλέκος Κουτσούκαλης

από την Ανθολογία Σοβιετικού Διηγήματος (β'τόμ.)
Εκδόσεις: Γνώση, 1986

*
Φωτ: pandaw.com


Ετικέτες ,

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

44. Γιώργος Βέης: Για το Πεκίνο



Για το Πεκίνο

Με το καλοκαίρι έρχεται η αναπόφευκτη πόλη
ν' ακουμπήσει στους ώμους της κερασιάς, της πευκης
απ' τη μεριά της θάλασσας να κυλήσει στις λεωφόρους
ο ειρηνικός των συνειρμών εκεί που διαπλέει ό αέρας

τις δυναστείες των λωτών τώρα τα πατρώνυμα
των άστρων των σημαιών ψηλά οι σημασίες
ως εκεί που πιάνει το μάτι τ' ανείπωτα μα όντως
κρυμμένα στην καρδιά του νερού, γαλήνης γωνία

και σοφίας κειμηλίων λεγεώνων που γέρνουν
στα μέτωπα των βροχών όπως τα πεπρωμένα
από μια μπάντα ανάπαιστοι σέρνουν τις εποχές

βαθιά στις ρωγμές ανεξίτηλη η καρβουνόσκονη
ο ήλιος στ' αλιεύματα, στα δεινά των σωμάτων
αλάθητα φιλιά, διχαλωτά χάδια — η δύση.

-συλλογή: Όπως πέτρα που ρίζωσε στου ποταμού την κοίτη-

από το βιβλίο Γιώργος Βέης, Χρυσαλλίδα στον πάγο
Εκδόσεις: Ύψιλον/βιβλία, 1999

*
Φωτ: bankosphere.files.wordpress.com

Ετικέτες , ,

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

43. Partick White: Αυστραλία (Ψεγάδια στον καθρέφτη)



Ψεγάδια στον καθρέφτη

Καθώς δε μπορούσα να συμβιβαστώ με τους κατοίκους, ούτε τότε, ούτε όταν επέστρεψα πάλι στην Αυστραλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβρισκα παρηγοριά στο τοπίο. Η ιδανική Αυστραλία που οραματιζόμουν στη διάρκεια κάθε εξορίας και η οποία με τραβούσε πίσω, συνειδητοποιώ πως ήταν πάντα ένα τοπίο χωρίς ανθρώπους.
[....]
Η χρονιά μου με τον Κλεμ και τη Μάργκαρετ ήταν κατά πολύ πιο ευχάριστη από την προηγούμενη στο Ανταμίναμπι. Τους είχα επισκεφθεί ως παιδί. Οι γονείς μου με έβαζαν στο τρένο στον Κεντρικό Σταθμό του Σίδνεϊ, υπό την επίσημη επιτήρηση του σιδηροδρομικού υπευθύνου, αλλά με όλων των ειδών τις επιπρόσθετες οδηγίες, σε περίπτωση που δεν εκτελούσε το καθήκον του. Περνούσα την ημέρα στο Μάιτλαντ με τις αδερφές της γιαγιάς μου, στα σπιτάκια τους που έμοιαζαν με τόσα άλλα, καφετιά, με φουσκωμένο ξύλο και με μιαν αυλή στο πίσω μέρος όπου την ηλιοψημένη ιλύ από τις πλημμύρες τη σκίαζε σπασμωδικά ένα πιπερόδεντρο. Το απόγευμα, η θεία Λούσι, που μισούσε τους καθολικούς ιρλανδικής καταγωγής, με έπαιρνε με το ατμοκίνητο τραμ για το Νιούκαστλ, όπου επισκεπτόμασταν ένα συγγενή, έναν ιεράρxη της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Το βράδυ, αυτές οι αδερφές της γιαγιάς μου με έβαζαν στο τρένο που πήγαινε βόρεια, πάλι με προειδοποιήσεις, σε περίπτωση που ο σίδηροδρομικός υπεύθυνος παραμελούσε τις ευθύνες του. Το πιο τρομακτικό μέρος της εκστρατείας ήταν όταν αλλάζαμε τρένα στο Ναράμπρι κάτω από τ' άστρα. Μετά απ' αυτό, το ταξίδι ήταν άνετο μέσω της αυγής, ένα αέναο σκόνης και ψευδαίσθησης, με αγριοπέπονα να στολίζουν τις άκρες των γραμμών. Στον Σιδηροδρομικό Κόμβο Μπάρεν γευματίζαμε τρώγοντας σκληρό αρνίσιο κρέας με αλευρώδη ζωμό κρέατος. Κατόπιν φτάναμε στο Γουόλγκετ, πάντα καθυστερημένοι. Ο μελαμψός, δικτατορικός θείος μου με συναντούσε με τον τετράτροxο μόνιππο. Εγώ ένιωθα εξίσου περήφανος, όπως κι αυτός, και όταν πλησιάζαμε στα περίxωρα της πόλης μού επέτρεπε να πάρω τα ηνία και να οδηγώ. Ήταν η στιγμή που έφτανα στο αποκορύφωμα της δόξας μου.

Πάτρικ Γουάιτ

Μετάφραση: Γιάννης Βασιλακάκος

από το βιβλίο Πάτρικ Γουάιτ, Ψεγάδια στον καθρέφτη
Εκδόσεις: τυπωθήτω, 2008

*
Φωτ: του Peter Andrews από το outimage.net
To Εμπορικό Κέντρο του Σίδνεϋ (CBD) και ο σιδηροδρομικός
σταθμός με το ρολόι.


Ετικέτες , , ,

Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009

42. Pablo Neruda: Ίσλα Νέγρα



67

Του Νότου η μπόρα πέφτει πάνω απ' την Ίσλα Νέγρα
σα μια σταγόνα μόνη, διάφανη κι όλο βάρος,
τα κρύα του φύλλα ανοίγει να τη δεχτεί το πέλαγο,
κι η γη το υγρό μαθαίνει μιας κούπας πεπρωμένο.

Σ' ένα φιλί σου δώσ' μου, ψυχή μου, το γλυφό
νερό των τελευταίων μηνών, το μέλι της στεριάς,
την ευωδιά που μούσκεψαν χιλιάδες χείλη τ' ουρανού,
της θάλασσας την άγια υπομονή το χειμώνα.

Κάποιος μάς κράζει, ανοίγουν μοναχές τους οι πόρτες,
με τα τζάμια η βροχή βουερά κουβεντιάζει,
κατεβαίνει ο ουρανός αγγίζοντας τις ρίζες,

κι έτσι υφαίνει ξεϋφαίνει το ουράνιο δίχτυ η μέρα
με χρόνο, αλάτι, ψίθυρους, κατεβάσματα, δρόμους,
μια γυναίκα, έναν άντρα, το χειμώνα στη γη.

* * *

19

Ενώ ο μέγας αφρός της Ίσλα Νέγρα,
το άλας, ο ήλιος, στο κύμα σε μουσκεύουν,
εγώ παρατηρώ τα έργα της σφήκας,
ενέχυρο στου κόσμου της το μέλι.

Πάει κι έρχεται ζυγιάζοντας το ξανθό πέταγμά της
σαν να κυλούσε απάνω σ' ένα αόρατο σύρμα
του χορού την κομψότητα, της μέσης της τη δίψα
και τους φόνους που κάνει το φθονερό κεντρί της.

Πετρέλαιο και νεράντζι φτιάχνουν το ουράνιο τόξο της,
ψάχνει σαν αεροπλάνο μες στα χόρτα,
με σούσουρο σταχιού πετάει και χάνεται,

ενώ βγαίνεις εσύ γυμνή απ' το κύμα,
και στον κόσμο επιστρέφεις γεμάτη αλάτι κι ήλιο,
άγαλμα αστραφτερό, σπαθί της άμμου.

Πάμπλο Νερούδα

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου

από το βιβλίο Πάμπλο Νερούδα, Εκατό ερωτικά σονέτα
Εκδόσεις: Γνώση, 2001

*
Φωτ: en.wikipedia.org
Το σπίτι του Πάμπλο Νερούδα στην Ίσλα Νέγρα, μια παραθαλάσσια

περιοχή της Χιλής, 45 χιλιόμετρα νοτίως του Βαλπαραΐσο.

Ετικέτες , , ,

Τρίτη, 01 Σεπτεμβρίου 2009

41. Jorge Luis Borges: Μπουένος Άιρες



Μπουένος Άιρες

Τι είναι το Μπουένος Άιρες;
Είναι η πλατεία Μαΐου όπου επιστρέφουν κουρασμένοι κι ευτυχισμένοι άντρες που τριγυρνούσαν πολεμώντας σε μια ολόκληρη ήπειρο.
Είναι ο τεράστιος λαβύρινθος, τα φώτα, που απλώνονται έτσι όπως χαμηλώνει το αεροπλάνο και από κάτω του οι ταράτσες, οι αυλές, τα πεζοδρόμια, τα απλά πράγματα.
Είναι ο τοίχος του νεκροταφείου Ρεκολέτα, όπου έστησαν κι εκτέλεσαν κάποιον μου πρόγονο.
Είναι ένα μεγάλο δέντρο στην οδό Χουνίν που, δίχως να το ξέρει, μας δίνει ίσκιο και δροσιά.
Είναι ένας δρόμος μακρύς με χαμηλά σπιτάκια, που σβήνει κι ομορφαίνει μες στο δειλινό.
Είναι η Νότια Προβλήτα, εκεί που σαλπάρανε έναν καιρό ο Κρόνος και ο Κόσμος.
Είναι το πεζοδρόμιο στην οδό Κιντάνα, όπου ο πατέρας μου, που ήταν τυφλός, έκλαψε όταν είδε τα πανάρχαια άστρα.
Είναι μια πόρτα με αριθμό, που πίσω της πέρασα ακίνητος δέκα μερόνυχτα μες στο σκοτάδι, δέκα μερόνυχτα που τώρα πια στη μνήμη μου δεν είναι ούτε μια στιγμή.
[....]
Είναι, μέσα στην άδεια νύχτα, κάποια γωνιά του Όνσε, όπου ο Μασεδόνιο Φερνάντες, πεθαμένος τώρα πια, μου εξηγούσε πως ο θάνατος είναι μια πλάνη.
Φτάνει ως εδώ' αυτά είναι πράγματα εντελώς προσωπικά, είναι ακριβώς αυτά που είναι, για να 'ναι και το Μπουένος Άιρες μαζί.
Το Μπουένος Άιρες είναι ο παραδίπλα δρόμος, εκείνος που δεν πέρασα ποτέ, είναι τα βάθη τα κρυφά της κάθε γειτονιάς, είναι οι μεσαυλές, είναι αυτό που κρύβουν οι προσόψεις, είναι ο εχθρός μου, αν έχω εχθρό, είναι αυτός που δεν τ' αρέσουνε οι στίxοι μου (ούτε κι εμένα δεν μ' αρέσουν), εκείνο το απόμερο βιβλιοπωλείο που ίσως μπήκαμε καμιά φορά και τώρα το 'xουμε ξεxάσει, είναι αυτή η γοητεία ενός τραγουδιού παλιού, που κάποιος έξω το σιγοσφυρίζει και δεν μπορείς αμέσως να το θυμηθείς κι όμως κάπου σ' αγγίζει, είναι αυτό που χάθηκε κι εκείνο που θα 'ρθεί, είναι αυτό που βρίσκεται μακριά, αυτό που ανήκει σ' άλλους, κάτι που στρίβει τη γωνιά, η γειτονιά μας που δεν είναι ούτε δική σου ούτε δική μου, εκείνο που δεν ξέρουμε κι εκείνο που αγαπάμε.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

από το βιβλίο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Το εγκώμιο της σκιάς
Εκδόσεις: ύψιλον, 1999

*
Φωτ: last.fm
Η Λεωφόρος της 9ης Ιουλίου στο Μπουένος Άιρες

Ετικέτες , , ,

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

40. Federico García Lorca: Κούβα (Νέγρικο τραγούδι στην Κούβα)


Ο ποιητής φτάνει στην Αβάνα
Στον Don Fernando Ortiz

Νέγρικο τραγούδι στην Κούβα

Όταν θα 'ρθει το φεγγάρι τ' ολόγιομο θα πάω στο Σαντιάγο της Κούβας,
θα πάω στο Σαντιάγο μεσ' σ' ένα αμάξι από μαύρο νερό.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Θα τραγουδούν οι στέγες από φοινικόκλαδα.
θα πάω στο Σαντιάγο.
Όταν ο φοίνικας θα θέλει να 'ναι πελαργός,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Όταν θα θέλει μέδουσα να 'ναι η μπανανιά,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Θα πάω στο Σαντιάγο
με το ξανθό κεφάλι του Φονσέκα.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Και με του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας το ρόδο
θα πάω στο Σαντιάγο.
Χάρτινη θάλασσα κι ασήμι νομισμάτων,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Ω Κούβα! Ω ρυθμέ στεγνής σποράς!
θα πάω στο Σαντιάγο.
Ω ζώνη ζεστή και ξύλινη σταγόνα!
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Άρπα από ζωντανούς δέντρων κορμούς. Καΐμάν. Καπνόφυτου λουλούδι.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Πάντα μου το 'λεγα πως θενά πάω στο Σαντιάγο
πάνω σ' ένα αμάξι από μαύρο νερό.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Αέρι κι αλκοόλ στους τροχούς,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Κοράλι μου μέσ' στο σκοτάδι,
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Η θάλασσα πνιγμένη μεσ' στην άμμο,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Λευκή ζεστασιά. Νεκρέ καρπέ.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Ω βοδινή φρεσκάδα στις φυτείες των καλαμιών!
Ω Κούβα! Ω καμπύλη αναστεναγμού και λάσπης!
θα πάω στο Σαντιάγο.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Απόδοση: Κώστας Ζαρούκας

από το βιβλίο Λόρκα, Σκόρπια Ποιήματα σε παρουσίαση
και επιμέλεια Έλλης Αλεξίου
Εκδόσεις: Μέρμηγκας, 1975

*
Φωτ: liorkaridi.com
Santiago de Cuba, η πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας
της Κούβας, στην νοτιοανατολική πλευρά του νησιού.

Ετικέτες , , ,

Τρίτη, 04 Αυγούστου 2009

39. Frank O' Hara, 2 ποιήματα: Νέα Υόρκη ( "Βήματα" και "Νυχτερινό")


Βήματα

Πόσο αστεία είναι σήμερα η Νέα Υόρκη
σαν την Τζίντζερ Ρότζερς στο Σουίνγκταϊμ
και το καμπαναριό του Σεντ Μπρίτζετ που γέρνει λίγο αριστερά
μόλις σηκώθηκα απ' ένα κρεβάτι χορτασμένος από μέρες της Νίκης
(είχα βαρεθεί τις μέρες της Απόβασης) κι εσύ ακόμα γαλανή
με δέχεσαι ανόητο κι ελεύθερο.
Tο μόνο που θέλω είναι ένα δωμάτιο εκεί ψηλά
κι εσένα μέσα.
Aκόμα και το στοπ της κυκλοφορίας τις ώρες αιχμής
είναι ένας τρόπος για να τρίβονται μεταξύ τους οι άνθρωποι
κι όταν τα χειρουργικά τους όργανα αγκαλιαστούν
να μείνουν έτσι
για την υπόλοιπη ημέρα (τι μέρα).
Πάω να ελέγξω ένα σλάιντ και λέω
αυτός ο πίνακας δεν είναι τόσο γαλάζιος.

Που είναι η Λάνα Τέρνερ
βγήκε για φαγητό
και η Γκάρμπο είναι στα παρασκήνια του Μετροπόλιταν,
όλοι βγάζουν τα παλτά τους
κι έτσι μπορούν να δείξουν ένα θώρακα στους θωρακοθεατές'
και το πάρκο είναι γεμάτο χορευτές με τα κολάν και τα παπούτσια τους
μέσα σε μικρές τσάντες
που συχνά τους περνούν για εξωτερικούς εργάτες
του τμήματος Υ στο Γουέστ Σάιντ
γιατί όχι;
H ομάδα Πάιρετς του Πίτσμπουργκ ξεφωνίζει γιατί νίκησε
και κατά κάποιο τρόπο νικάμε όλοι
Είμαστε ζωντανοί.
Tο διαμέρισμα άδειασε απ’ το χαρούμενο ζευγάρι
που πήγε για πλάκα στην εξοχή
έφυγαν μια μέρα νωρίτερα,
ακόμα και τα μαχαιρώματα κάνουν καλό στην πληθυσμιακή έκρηξη
αν και σε λάθος χώρα,

κι όλοι εκείνοι οι ψεύτες έφυγαν από τον ΟΗΕ,
το κτίριο Σίγκραμ δεν είναι πλέον πόλος έλξης,
όχι πως χρειαζόμαστε ένα ποτό (απλά μας αρέσει)

και η μικρή κούτα είναι έξω στο πεζοδρόμιο
δίπλα στο μπακάλικο
κι έτσι ο γέρος μπορεί να καθίσει να πιει τη μπύρα του
κι αργότερα η γυναίκα του θα τον πετάξει έξω απ’ το σπίτι
καθώς ο ήλιος θα λάμπει ακόμα

ω θεέ είναι υπέροχο
να σηκώνομαι απ' το κρεβάτι
και να πίνω τόσο πολύ καφέ
και να καπνίζω τόσα πολλά τσιγάρα
και να σ' αγαπώ τόσο πολύ.

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα
Εκδόσεις: Ηριδανός, 2007


* * *


Νυχτερινό

Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
από το να αισθάνομαι άσχημα
και να μην μπορώ να σου το πω.
Όχι γιατί θα με σκότωνες
ή θα σε σκότωνε ή γιατί
δεν αγαπιόμαστε πολύ.
Είναι η απόσταση. Ο ουρανός είναι γκρι
και καθαρός, με ροζ και
μπλε σκιές κάτω από κάθε σύννεφο.
Ένα μικροσκοπικό αεροπλάνο ρίχνει
τη σκιά του στο κτήριο του ΟΗΕ.
Τα μάτια μου, όμοια με εκατομμύρια
γυάλινες πλατείες, απλά αντικατοπτρίζουν.
Κάθε τι βλέπει μέσα από μένα,
στη διάρκεια της μέρας καίγομαι
τη νύχτα κρυώνω' είμαι χτισμένος
με λάθος τρόπο ως προς
το ποτάμι και μια ήπια καταιγίδα
θα έσπαγε την κάθε μου ίνα.
Γιατί δεν κατευθύνομαι ανατολικά και δυτικά
αντί για βόρεια και νότια;
Είναι σφάλμα του αρχιτέκτονα.
Και σε λίγα χρόνια θα είμαι
άχρηστος, ούτε καν ένα κτίριο
γραφείων. Γιατί δεν έχεις
τηλέφωνο και μένεις τόσο
μακριά' το σήμα της Pepsi,
οι γλάροι κι ο θόρυβος.

Φρανκ Ο' Χάρα

Μετάφραση: Ρήγας Κούπα

από την ανθολογία Η Έλξη των Ομωνύμων
Εκδόσεις: Οδυσσέας, 2005

*
Φωτ: iqholidays.com και www.una-westtriangle.org
(στην δεύτερη, το κτίριο του ΟΗΕ)


Ετικέτες , ,

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

38. Federico García Lorca: Κόρδοβα (To τραγούδι του καβαλάρη)


Το τραγούδι του καβαλάρη

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα.

Άλογο μαύρο μεγάλο φεγγάρι
ελιές μες στο ταγάρι μου.
Ξέρω τους δρόμους σαν την παλάμη μου
κι όμως ποτέ δε θα φτάσω
στη μακρινή μου Κόρδοβα.

Μεσ' απ' τον κάμπο μέσ' απ τον άνεμο
άλογο μαύρο κόκκινο φεγγάρι.
Είναι ο θάνατος εκεί και με παραμονεύει
ψηλά απ' τους πύργους πάνω
της μακρινής μου Κόρδοβας.

Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος
αχ, το μαύρο το άξιο τ' άλογό μου.
Αχ κι ο θάνατος εκεί να με προσμένει
ώσπου να φτάσω κάποτε
στη μακρινή μου Κόρδοβα.

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

από την ανθολογία Άρης Αλεξάνδρου, Διάλεξα
Εκδόσεις: Κείμενα, 1984


* * *

Τραγούδι του καβαλάρη

Κόρδοβα.
Μακρινή και μόνη.

Άλογο μαύρο, ψεγγάρι μεγάλο
κι ελιές στο δισάκι μου.
Αν και ξέρω τους δρόμους,
ποτέ δε θα φτάσω στην Κόρδοβα.

Μεσ' απ' τον κάμπο, μεσ' απ' τον αέρα,
άλογο μαύρο, φεγγάρι κόκκινο.
Ο θάνατος με κοιτάζει
απ' τους πύργους της Κόρδοβα.

Αχ, τι δρόμος μακρύς!
Αχ, γενναίο άλογό μου!
Αχ, και με περιμένει ο θάνατος,
πριν φτάσω στην Κόρδοβα!

Κόρδοβα. Μακρινή και μόνη.

Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος

από την Ξένη Ποίηση του 20ού αιώνα
Εκδόσεις: Λωτός, 2000
*
Φωτ: upload.wikimedia.org
Κόρδοβα, η Ρωμαϊκή γέφυρα του Γουαδαλκιβίρ


Ετικέτες , , ,

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

37. Αριστοτέλης Νικολαΐδης: Παρίσι, Απρίλης 1974



Παρίσι, Απρίλης 1974

Α, πώς περνούν οι επταετίες!

Από καφέ σε καφέ
διαβάζοντας εφημερίδες
διυλίζοντας τις στήλες
διυλίζοντας τον κώνωπα'

καφέ πολύ κι ολίγη
χαφιέδες ουκ ολίγοι

από το βιβλίο Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Συγκεντρωμένα Ποιήματα 1952-1990
Εκδόσεις: Πλέθρον, 1991

*
Φωτ: Cafe Flore, Παρίσι - του Toshio Tamaki από το photo.net

Ετικέτες , ,

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

36. Margareta Ekström: Ταξίδι στην Κοπεγχάγη



Ταξίδι στην Κοπεγχάγη

Ήταν δύο Απριλίου. Το τελευταίο χιόνι έλιωνε απ' το ζεστό αεράκι όταν ξεκινούσαν με το Φορντ Καμπριολέ. Ο εργοστασιάρχης εμπιστεύτηκε τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια, της γειτόνισσας ενώ ο ίδιος πόζαρε σε στάση "εκκινήσεως" με το χέρι στη μανιβέλα. Σήκωσε τα μάτια του χαμογελώντας, ενώ η γειτόνισσα πάτησε το κουμπί. Η φωτογραφία αυτή μεγεθύνθηκε αργότερα σε ματ καφετί χαρτί και γέμισε μια ολόκληρη σελίδα στο άλμπουμ.

Έφτασαν ζαλισμένες και με πρησμένα πόδια. Τα ταγιέρ που τους είχε ράψει η δεσποινίς Γιάνσον στο Σίλσμπου από αγγλικό τουΐντ, ήταν βαριά και ζεστά, και αντίθετα με τις διαβεβαιώσεις της, καθόλου της μόδας.

Στην Κοπεγχάγη οι γυναίκες φορούσαν... Τι φορούσαν αλήθεια; Πετούσαν ανάλαφρες. Τα κεφάλια ψηλά. Ψιλοτάκουνες σαν κοκότες. Καλυμμένες με βέλα σαν καλόγριες. Με μαύρα και μωβ σαν εταίρες. Αλλά με κάποια κυριίστικη έκφραση γύρω στα στόματα τους, έστω και αν κάπνιζαν πουράκια. Η Έλνα και ή Ίντα πιάστηκαν απ' το χέρι. Τσιμπούσαν η μια την άλλη δυνατά μέσα από τα δερμάτινα γάντια. Έτσι πιασμένες διέσχισαν την πλατεία και μπήκαν στο δρόμο του ξενοδοχείου.

Ο κύριος και η κυρία Σβένσον έμεναν στον πρώτο όροφο, στο δωμάτιο 114, που ήταν σουίτα με καθιστικό και λουτρό. Οι αδελφές έμεναν στον τέταρτο όροφο. Εκεί τα δωμάτια ήταν μικρά και η σκάλα απότομη, αλλά η xαμηλή τιμή τους, ταίριαζε στο βαλάντιο τους. Στον τοίxo, πάνω απ' το κομμό, ήταν κρεμασμένη μια μπάντα κεντημένη με κίτρινους και μπλε πανσέδες και το ίδιο μοτίβο υπήρxε στην πλάτη, της μοναδικής πολυθρόνας. Ήταν πολύ σικ και η Έλνα σxεδίασε το μοτίβο στο σημειωματάριό της για να το αντιγράψει στο σπίτι.

Ο κύριος Σβένσον τις προσκάλεσε στο Βίβεξ, όπου ο κόσμος γελούσε και τραγουδούσε κι έτρωγε σάντουιτς από λεπτές φέτες πικρό ψωμί και η μπύρα, τους ανέβηκε ολωνών στο κεφάλι. Μετά απ' αυτό, έφυγε με τη Φορντ για να συναντήσει πελάτες, αφήνοντας πίσω τη γυναίκα του με τις ημικρανίες της και τα μουσεία.



Η Έλνα και η Ίντα πήγαιναν περίπατο στο Τίβολι [φωτ] , όπου υπήρχαν τουλίπες σ' όλα τα χρώματα της ίριδας και οι καστανιές είχαν ροζ άνθη που δεν τα είχαν ξαναδεί και όπου τα βράδια φωτιζότανε ο ουρανός απ' τα βεγγαλικά. Τα λουλούδια απ' τις σφεντάμες ήταν πεσμένα στα πεζοδρόμια και σκόρπιζαν ένα γλυκό άρωμα και από τ' αμάξια ξεπρόβαλλαν πρόσωπα όμορφα σαν στο σινεμά. Οι ευέλπιδες είχαν πέταλα στα τακούνια τους και τους άκουγες από πολύ μακριά.

Οι κόκκινες στολές ήταν πολύ όμορφες, σκεφτόταν ή Ίντα, αλλά δεν τόλμησε να το πει δυνατά.

Το ίδιο όμως σκεφτότανε κι η Έλνα και γι αυτό πήγαιναν συχνά στο ανάκτορο του Αμάλιενμποργκ - από ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική του...

Μαργκαρέτα Έκστρομ

Μετάφραση: Νίκη Κώνστα

από το βιβλίο 17 φωνές από τη Σουηδία
Εκδόσεις: Τεκμήριο, 1979

*
Φωτ: re-moto.com και old-picture.com

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

35. James Joyce: Θρηνεί πάνω απ' τη Ραχούν



Θρηνεί πάνω απ' τη Ραχούν

Απαλά πέφτει στη Ραχούν ψιλή βροχή
που ο βαριόμοιρός μου αγαπημένος κείται.
Με λυπημένα λόγια κράζει με καλεί,
στου φεγγαριού την γκρίζα ανατολή.

Αγαπημένη, άκου εσύ
πόσο ψιθυριστά και λυπημένα η φωνή του προσκαλεί,
χωρίς απάντηση και ρίχνει μαύρη μπόρα,
έτσι σαν τώρα.

Όμοια μες στις καρδιές, ω αγάπη, πέφτει ψύχος
έτσι όπως κείται η καρδιά του λυπημένη
από του γκριζοφέγγαρου το φως που φέρνει ρίγος
κι απ' της βροχής τη μαύρη ειμαρμένη.

Μετάφραση: Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης

από το βιβλίο Τζαίημς Τζόυς, τα ποιήματα
(δίγλωσσο)
Εκδόσεις: Οδός Πανός, 2000

*
Φωτ: strategysoccer.com
Η Ραχούν είναι περιοχή της Πόλης του Γκάλγουεϊ, της τέταρτης
μεγαλύτερης πόλης της Ιρλανδίας. Η Πόλη του Γκάλγουέι βρίσκε-
ται στην δυτική ακτή της Ιρλανδίας και είναι η μοναδική πόλη
στην επαρχία Κόνναχτ.

Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 09 Ιουλίου 2009

34. Ossip Mandelstam: Λένινγκραντ



Λένινγκραντ

Επιστρέφω στην πόλη μου, στα γνώριμα δάκρυα
Στις φλέβες, στους πρησμένους αδένες παιδικών χρόνων.

Γυρνάς πίσω — κατάπιε λοιπόν μια για πάντα
Ψαρόλαδο απ' τους φανοστάτες της Πετρούπολης!

Τις μέρες του Γενάρη βρες πάλι εδώ
Κρόκους ανάκατους με την απαίσια πίσα.

Πετρούπολη! Δεν θέλω ακόμα να πεθάνω.
Μου μένουν οι αριθμοί των τηλεφώνων τους.

Πετρούπολη! Δεν έχω xάσει τις διευθύνσεις,
Μπορώ να ψάξω και να βρω νεκρές φωνές.

Ζω στις πίσω σκάλες' και το σκοινί
Του κουδουνιού ηxεί μέσ' στα μηλίγγια

Όσο αγρυπνώ για καλεσμένους που αγαπώ
Κι οι σιδεριές τραντάζουνε την πόρτα.

(Δεκέμβριος 1930)

Όσιπ Μάντελσταμ

Απόδοση: Μιχάλης Μόσχος

Από το Δέντρο - τ. 53/54, καλοκαίρι 1990

* * *

Ακολουθεί το ίδιο ποίημα σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου



Λένινγκραντ

Στην πόλη γύρισα που ξέρω ώσμε το δάκρυ
ως τις πρησμένες παιδικές άμνγδαλές. Στην άκρη

την γνώριμη ξανάρθες, πιες το γρήγορα λοιπόν
το μουρουνόλαδο των ποταμίσιων φαναριών.

Τη μέρα γνώρισε γοργά τη δεκεμβριανή
όπου σαν μίγμα ο κρόκος και μια πίσσα μοχθηρή.

Πετρούπολη! δε θέλω ακόμα να πεθάνω, ακούς;
Εσύ κρατάς των τηλεφώνων μου τους αριθμούς.

Πετρούπολη! διευθύνσεις έχω ακόμα και μπορώ
των πεθαμένων τις φωνές μ' αυτές να βρω.

Στον κρόταφο μου με χτυπάει (σε πίσω σκάλα μένω)
με ρίζες και με σάρκα το κουδούνι εξορυγμένο,

κι ως το πρωί τους ακριβούς μου ξένους στέκω καρτερώντας
της πόρτας μου την αλυσίδα ως χειροπέδη αχνοκουνώντας.

Δεκέμβριος 1930, Λένινγκραντ

Από την ανθολογία του Άρη Αλεξάνδρου Διάλεξα
Εκδόσεις: Kείμενα, 1984

*
Φωτ: petersburg-hotel.com, denrus.ru
Kανάλια του ποταμού Νέβα στην Αγία Πετρούπολη

Ετικέτες , ,

Σάββατο, 04 Ιουλίου 2009

33. Ελισάβετ Κομνηνού: Άγκυρα



Άγκυρα

Και τώρα πού να σε βρω;
Στη μουσικότητα; Στο πολυσήμαντο μήνυμα;
Στη παλμικότητα; Στο ίχνος;
Στις εύγλωττες μαρτυρίες; Στις γεωμετρίες;

Στις αποσκευές μου ρούχα ελαφρά
Ένας έρωτας τεμαχισμένος προσεκτικά
Φεύγω για την Τουρκία

Και τώρα πού να σε βρω;
Στην Έφεσσο;
Στην Προύσσα; Στην Καππαδοκία;

Και τώρα πού να σε βρω
μισό της ψυχής μου;
Στο Αφιόν και στο Ικόνιο;
Φιμωμένο στόμα. Φιμωμένο σώμα

Πού να σε βρω στην οδύνη
στους δρόμους τους ατέλειωτους
στο φως και στο λιοπύρι
στα σίδερα του φύλακα. Στη Σμύρνη

Και τώρα πού να σε βρω
σ' αυτή την άxαρη πρωτεύουσα;
Μισό της ψυχής μου
Μισό σκοτάδι. Μισό φεγγάρι

Από την συλλογή Μωσαϊκό τοπίων και λόγων
Εκδόσεις: Δωδώνη, 1992

*
Φωτ: engin.umich.edu / images.businessweek.com

Ετικέτες , ,

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

32. Michael Krüger: Τo ταξίδι στην Ιερουσαλήμ



Το ταξίδι στην Ιερουσαλήμ

Είδα της Ελλάδας την πέτρινη γροθιά
να κείται στη Μεσόγειο κι ένα πλοίο
να σκίζει το μπλάβο του πελάγου
σε λευκές λωρίδες. Πιο πέρα κατά την Ανατολή
τούρκικα ποιήματα, ανείπωτα,
στα κύματα να λικνίζονται ρυθμικά.
Είδα πώς το νερό απ' τ' αλάτι xωριζότανε
στ' ακρογιάλι το κρυφό.
Ανάμεσα στους γοερούς τους λίθους
γεννήθηκαν τα έπη: η ιστορία
του γαϊδουράγκαθου και του άρτου
που ο ήλιος τα 'χει ψήσει.
Σ' αυτό τον τόπο ξεβράστηκε η γλώσσα
καί κάθε πράγμα τ' όνομα του πήρε.
Ξεκάθαρα το 'βλεπα μπροστά μου:
οι λέξεις φτερούγιζαν όπως κοπάδι πουλιά
πάνω από μέρος παντέρημο.
Ύστερα προσδεθήκαμε και ζωσμένοι
—βαστώντας την αναπνοή μας—
φτάσαμε στην αγαπημένη xώρα.

Μίχαελ Κρύγκερ

Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου

από την Ποίηση - τ.22, χειμώνας 2003

*
Φωτ: islamic-architecture.info

Η θέα από το Όρος των Ελαιών

Ετικέτες , ,

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

31. Ράμι Σαάρι: Λευκωσία (Κυπριακό όνειρο ΙΙ)



Κυπριακό όνειρο ΙΙ

Στη μοιρασμένη καρδιά της Λευκωσίας
η καρδιά μου μοιράζεται σκληρά.
Η λέσχη των προσφύγων είναι εγκαταλελειμμένη,
οι κεραίες παρακολουθούν το κανάλι της μοναξιάς.
Ο φόβος κυριαρχεί στα ψηλά παράθυρα του νησιού,
στους μυστικούς ορόφους του νερού.
Notre Dame du Liban, priez pour nous.
Mon cheri, πάντα Elle prie pour nous.


Μετάφραση: Χρυσούλα Παπαδοπούλου

από το βιβλίο του Ράμι Σαάρι Κάτω από τις πατούσες της βροχής
Εκδόσεις: Oξύ, 2006

*
Φωτ: skyscrapercity.com, του χρήστη Nick3dz

Ετικέτες , ,

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

30. Roberto Fernández Retamar: Επίδαυρος



Επίδαυρος

Αν ανάψεις ένα σπίρτο στην Επίδαυρο
Η ανάφλεξη ακούγεται στις πρώτες κερκίδες,
Και στις άλλες πιο πάνω
Και στις τελευταίες εκεί που απ' την απόσταση
Οι άνθρωποι μοιάζουν ασαφείς πιθανότητες.
Αν χτυπήσεις στην Επίδαυρο,
Ο χτύπος ακούγεται πιο ψηλά, μέσα στα δέντρα
Στον αέρα. Αν τραγουδήσεις στην Επίδαυρο,
Το γνωρίζουν τα βουνά, τα σύννεφα, ο κόλπος
Τα νησιά στήνουν αυτί.
Οι άλλες χώρες γέρνουν λίγο
Ν' ακούσουν που τραγουδάνε στην Επίδαυρο.

(Τότε, κατεβαίνοντας τα σκαλιά που ανέβαιναν τρέχοντας
Σαν σκυλιά τα εξάμετρα, σκέφτεσαι; ποιος ακούει όταν
Κάποιος ανάβει μια φωτιά ή λέει ένα τραγούδι;)

Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ
Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

από το βιβλίο
Η παρουσία της Ελλάδας στην ποίηση της Λατινικής Αμερικής
(Ρήγα Καππάτου και Pedro Lastra)
Εκδόσεις: Εκάτη, 2003

*
Φωτ: methana.de

Ετικέτες , ,

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

29. Christopher Bakken: Ραβέννα



Ραβέννα

Τίποτα δεν πάει χαμένο, ούτε καν εδώ,
πόλη των καυσαερίων και των μονόδρομων.
Ραβέννα, τα ευρύχωρα λεωφορεία σου

ξεχειλίζουν από ηλιοκαμμένους Οστρογότθους.
Απομεινάρια του Βυζαντίου αστράφτουν
χτισμένα σ' εσοχές, πάνω σε ιερό ασβεστόλιθο,

αλλά ακόμα και στην εκκλησία του Αγίου Βιταλίου
οι τουρίστες κουράζονται με τόσο φως εξ Ανατολών.
Κι η θάλασσα γνέφει αντίο καθώς αναχωρεί

για την Ελλάδα, μολυσμένη με χιλιάδες λιρέτες
κι οι βαπτισμένοι σου κατακτητές έρχονται κάθε Μάη
για Κιάντι και pasta e fagioli.

Σκουπίδια, σπίτια, άνθρωποι πνιγμένοι στ' αμπέλια σου,
όλα ανεξαιρέτως τραβούν για τον τάφο.
Και κανείς δεν αναστατώνεται από κείνη τη βάρβαρη λαλιά

τα γκράφιτι πάνω στα δημόσια κτίρια:
Vexilla regis prodeunt inferni.
Ποιον αυτοκράτορα λοιπόν να προσκυνάμε τώρα;

Μόνο τις βροχερές μέρες μπορούμε να δούμε
καινούρια ζωή ν' ανθίζει στη Ραβέννα:
όπως σήμερα, όταν μέσα στις σκιές

του μισοσκότεινου τάφου του Δάντη ξεπροβάλλει
μια νεαρή Γαλλίδα, με τα μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδες,
και μιαν αγκαλιά φτερά από παγώνι.

Μετάφραση: Ρούλα Κονσολάκη

από το βιβλίο του Κρίστοφερ Μπάκκεν Και μετά την Ελλάδα τι...
Εκδόσεις: απειρον, 2005

*
Φωτ: fotografieitalia.it
Ραβέννα, Piazza del Popolo

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 09 Ιουνίου 2009

28. Ποιητικά ταξίδια του Harold Norse (6 Ιουλίου 1916 - χθες)


Μεσόγειος - Kόστα Μπράβα - (φωτ: hickerphoto.com)

Τώρα

9 χρόνια
περιπλανιέμαι γύρω απ' τη Μεσόγειο

μακριά από ινδιάνικες κατάρες μεθυσμένα χνώτα φυλετικές
συγκρούσεις

σύνταμα στο Παρίσι (πάλι)
μαύρος βαρύς και υγρός
χειμώνας
όλοι κρυώνουν και αναπηδούν

πολυβόλα εκπυρσοκροτούν
έξω
μπαίνουμε στην Ελβετία
όλο χιόνι και σοκολάτα
το σκοτάδι διαυγές σχεδόν άσπρο
γέρνει πάνω στο τζάμι
και το χνωτίζει
όλοι κοιμούνται
μόνο εγώ μονάχος στον βιαστικό διάδρομο
ακούω τον εκπνέοντα συριγμό
όλων των τόπων που βρέθηκα
... ... ...

* *
Κλασσικό διάζωμα σ' ένα γκαράζ

...της Μεσογείου ο μύθος
βρισκόταν σ' εκείνο το γκαράζ
εκεί που μελαμψοί γεροδεμένοι
νέοι δεν έβλεπαν τίποτα ασυνήθιστο
στο έργο τους
ανάμεσα σε ήρωες νεκρούς και θεούς

τον Ερμή όμως είδα μες στο ουράνιο τόξο
του σκούρου λαδιού πάνω στο πάτωμα
να καθρεφτίζεται
και τα άγρια μαλλιά της Σίβυλλας
καθώς τα λόγια της κόχλασαν
παράφρονα και πνίγηκαν
κάτω απ' της μηχανής το μουγκρητό.

* *

Το λιμάνι της Ύδρας - (φωτ: i-live.gr)

Τροχιά του Κάρμα

Ωχρέ νέε του βορρά με σκούρα ισπανικά μάτια
και εβραϊκό μυαλό που διέσχισες το μονοπάτι σου μέσα από
ποίηση Ι - Τσινγκ
μιλώντας για υπερσυνειδησιακές τηλεπαθητικές συμπτωματικές
αλλαγές
του αιώνιου τώρα

κάνοντας ωτοστόπ στις παράξενες ζενικές
περιμέτρους της φώτισης
Μάλμε - Ύδρα
Ελσίνκι - Ίμπιζα

προσφέροντας τις συνθηματικές καρμικές μαντικές παρανοϊκές
σχέσεις των εξαγράμμων

η Φιλανδία είναι λευκή κι εσύ είχες ανάγκη να βρεθείς στο μπλέ
του νότιου καλοκαιρινού χρυσού για να βρεις τρόπο
βα διασχίσεις τη γέφυρα
... ... ...

* *

Δελφοί, Κασταλία Πηγή - (φωτ: bbs.keyhole.com)

Αντίο

Κάθησα στης Ευρώπης τον πιο αρχαίο θρόνο
κι άκουσα το παγώνι να φωνάζει μες στα ερείπια
μέθυσα πίνοντας από την Κασταλία πηγή
εκείνη που οι λατίνοι ποιητές
πηγή έμπνευσης την ονόμαζαν

και χάιδεψα στους Δελφούς τον ομφαλό του κόσμου

είδα τον ήλιο
σε κολώνες κόκκινες
και κολώνες χρυσές
και γαλάζιους πιθήκους

κι είδα το βασιλιά των κρίνων
να ξεπροβάλλει
από της Κρήτης
τον φλεγόμενο τοίχο
μυημένο, με φτερά στολισμένο
να κοιτάζει ψηλός και νέος
μέσα από τους σεισμούς του χρόνου

και στου Απόλλωνα το μαντείο
άκουσα την Πυθία
μέσ' απ' το βράχο: ΔΙΑΛΕΞΕ
... ... ...

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία Μπητ Ποίησης
Εκδόσεις: Ροές, 2003

Ετικέτες

Σάββατο, 06 Ιουνίου 2009

27. Bertolt Brecht: Βεμπερβίζε (Επιγραφή για το ψηλό οικοδόμημα στο Βεμπερβίζε)



Επιγραφή για το ψηλό οικοδόμημα στο Βεμπερβίζε
Inschrift für das Hochhaus an der Weberwiese

Από τότε που αποφασίσαμε
Να στηριχτούμε επιτέλους στις δικές μας τις δυνάμεις
Και να οικοδομήσουμε μια όμορφη ζωή
Ο αγώνας και ο μόχθος δε μας χάλασαν το κέφι.

Μετάφραση: Νάντια Βαλαβάνη

από το βιβλίο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ποιήματα
Εκδόσεις: Σύγχρονη Εποχή, 1992

*
Φωτ: flickr.com - Το Hochhaus (ψηλό οικοδόμημα) στο Βεμπερβίζε

Το Weberwiese είναι περιοχή του Βερολίνου κοντά
στην Αλέα Καρλ Μαρξ. Το "ψηλό οικοδόμημα" είναι
δημιουργία του φημισμένου γερμανού αρχιτέκτονα
Χέρμαν Χένσελμαν (1805-1995), που ήταν προσωπικός
φίλος του Μπρεχτ. Μ' αυτό το νεοκλασσικό κτίριο
ο Χέσελμαν γνωστοποίησε την στροφή του προς την
αρχιτεκτονική αισθητική, του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Ετικέτες , ,

Τετάρτη, 03 Ιουνίου 2009

26. Κωστής Γκιμοσούλης: Βαρκελώνη



Βαρκελώνη

Είναι γυναίκα
πιο γυναίκα από γυναίκα
με τραβηγμένα πίσω τα μαλλιά.

Προχωρημένη νύχτα
σε ισπανικό δωμάτιο
πίσσα αλειμμένο
που οι τοίχοι καίνε

χορεύει για σένα
ένα φλαμέγκο
ενώ ένας ταύρος την καβαλάει

κι ένας καμπούρης
την μαστιγώνει
με την κιθάρα

ένας τσιγγάνος

ο σατανάς.

από το βιβλίο Κωστής Γκιμοσούλης, Επικίνδυνα Παιδιά
Εκδόσεις: Κέδρος, 1992

*
Φωτ: low-cost.ca

Ετικέτες , ,

Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

25. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Θάλασσα της Ελσινόρης



Θάλασσα της Ελσινόρης

Αυτή την αγωνία την ένιωσα, όσο και σεις
σαν τη βροχή που αφήνει ρωγμές μες στη θάλασσα
καθώς ρωτούσα σκύβοντας πάνω στην Ελσινόρη —
ακίνητη μες στο βυθό, μ' ολόφωτα τα χέρια
αγκάλιαζε τ' αγόρια της με τόση τρυφερότητα
που δύσκολα υποφέρω

Κι όταν ο ήλιος πνίγηκε ακινητώντας τα νερά
φώναξα τόσο δυνατά που η καρδιά μου
ξεπήδησε σαν τα κεριά που ανάβουνε στις κάμαρες
στη ρημαγμένη Κοπεγχάγη — Χόλγκεν, έλα να πέσουμε
βαθιά στη θάλασσα δεν έχει απόκριση

Χόλγκεν, τι να τα κάνω τα κεριά
δίχως ούτ' ένα θεατή, σ' ένα σχεδόν ερειπωμένο κόσμο

από το βιβλίο Ο δύσκολος θάνατος
-συλλογή: Ο θάνατος του Μύρωνα-
Εκδόσεις: Νεφέλη, 2007

*
Φωτ: encarta.msn.com
H Ελσινόρη με το θρυλικό κάστρο Κρόνμποργκ
γνωστό από τον Άμλετ του Σαίξπηρ.

Ετικέτες , ,

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

24. Jorge Luis Borges: Κέμπριτζ



Κέμπριτζ

ΝΕΑ Αγγλία, ξημερώματα.
Στρίβω την οδό Κρέιγκι.
Σκέφτομαι (το 'χω ξανασκεφτεί)
ότι το όνομα Κρέιγκι είναι σκοτσέζικο
κι ότι η λέξη κράγκ έχει κέλτικη προέλευση.
Σκέφτομαι (το 'χω ξανασκεφτεί)
πως τούτος ο χειμώνας περιέχει όλους τους χειμώνες
όλων εκείνων που έγραψαν
ότι ο δρόμος είναι προκαθορισμένος
κι ότι ανήκουμε ήδη στον Έρωτα ή τη Φωτιά.
Το χιόνι, το πρωί, οι κόκκινοι τοίχοι
ίσως να 'ναι κάποιες μορφές της ευτυχίας,
εγώ έρχομαι όμως από πολιτείες άλλες
όπου τα χρώματα είναι αχνά
και όπου, καθώς πέφτει το βράδυ, μια γυναίκα
θα ποτίζει τα λουλούδια της αυλής.
Σηκώνω τα μάτια και σκορπίζει η ματιά μου στο απόλυτο γαλάζιο.
Κάπου πέρα θα είναι τα δέντρα του Λονγκφέλοου
και το νυσταλέο αεικίνητο ποτάμι.
Ψυχή στους δρόμους, κι όμως δεν είναι Κυριακή.
Δεν είναι καν Δευτέρα,
ή μέρα πού μας δίνει την ψευδαίσθηση κάποιας αρχής.
Δεν είναι Τρίτη,
η μέρα που κυριαρχεί ο κόκκινος πλανήτης.
Δεν είναι Τετάρτη,
η μέρα εκείνου του θεού των λαβυρίνθων
που στο Βορρά τον έλεγαν Οντίν.
Δεν είναι ούτε Πέμπτη,
η μέρα πού προδιαγράφει κιόλας την Κυριακή.
Δεν είναι Παρασκευή,
η μέρα της θεάς που στα δάση
συμπλέκει τα κορμιά των εραστών.
Δεν είναι ούτε Σάββατο.
Τούτη η μέρα δεν ανήκει στον διαδοχικό χρόνο
παρά μονάχα στα φασματικά βασίλεια της μνήμης.
Όπως στα όνειρα,
πίσω από τις μεγάλες πόρτες δεν υπάρχει τίποτα,
ούτε καν το κενό.
Όπως στα όνειρα,
πίσω απ' το πρόσωπο που μας κοιτάει δεν υπάρχει κανείς.
Κορόνα δίχως γράμματα σ' ένα κέρμα
με μια μόνο όψη, τα πράγματα.
Αυτά τα τιποτένια πράγματα είναι όλα κι όλα
τα όσα μας αφήνει στη ροή του ο χρόνος.
Είμαστε η ίδια μας η μνήμη,
εκείνο το χιμαιρικό μουσείο των μορφών που τρεμοπαίζουν,
ένας σωρός καθρέφτες θρυμματισμένοι.

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

από το βιβλίο Το εγκώμιο της σκιάς
Εκδόσεις: ύψιλον/βιβλία, 1999

*
Φωτ: knapwellwoodfarm.co.uk
Το Κολλέγιο Clare, το βασιλικό παρεκκλήσιο και ο
ποταμός Καμ, στην παλιά, γνωστή πανεπιστημιούπολη
Cambridge, με το ομώνυμο ξακουστό Πανεπιστήμιο.

Στην Ανατολική Αγγλία, 8O χλμ. β/δ του Λονδίνου.

Ετικέτες , , ,

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

23. Gaepard Hons: Στη Λιέγη τα παιδιά παίζουνε



στη Λιέγη τα παιδιά παίζουνε
βώλους κάνουν ζαβολιές τσεπώνουν
δάχτυλα ρολόγια λιθάρια και γλώσσες
μονόκερων αοράτων

βρέχει φρούτα πορτοκάλια οι γυναίκες
είναι όμορφες με κοντές φούστες
από κάτω φυτρώνουν παιδιά
που θα παίζουν βώλους
στη Λιέγη

Μετάφραση: Σωτήρης Γ. Τσαμπηράς

από το βιβλίο Σύγχρονη Γαλλική Ποίηση του Βελγίου
Εκδόσεις: Πρόσπερος, 1991

*
Φωτ: wikimedia.org
Λιέγη, Βέλγιο

Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

22. Pere Gimferrer: Ίσκιοι στο Vittoriale



Ίσκιοι στο Vittoriale

Είχε τη διαυγή όψη ενός ποιητή, του Αλκίδη
τ' ολόισιο μέτωπο, του Πρωτέα τη θλιμμένη
και λαμπερή ματιά, την πληγωμένη άρπα
της σπάθας ή του βέλους, το κόκκινο ταμπούρλο
του αίματος μες στις φλέβες.
Τίβερη,
δόξα εσύ των Έστε,
μακριά φθινόπωρα στη γέφυρα, στοές
ή γαλαρίες ρόδων, όνειρο και πορφύρα
στους ώμους,
ερμίνα, κρίνος πύρινος,
Ιταλία.

Εδώ έζησε.
Είχε το χάρισμα να λέει την ομορφιά με αλήθεια,
κείνη (την ομορφιά ή αλήθεια) τη δική του, τη νιωσμένη
απ' της Πεσκάρας τα κρύα και το μυστήριο
των μυστικών φωνών του.
Τι ενδιαφέρουν τ' άλλα, το σαλόνι ή ο κοιτώνας,
η μουσική δωματίου, η τέχνη, το παιγνίδι
του ερωτά και του θανάτου, τι οι ανόητοι πόλεμοι
όπου δεν ξέφυγε τον κίνδυνο, τι η στείρα, η φαύλη καισαροκρατία
όπου του μέλλονταν να σβήσει το ευγενικότερο όνειρό του.
Πιο λίγο ακόμα της δημαγωγίας ο βούβαλος
που χώνει τη μουσούδα στη μνήμη κάποιου χτες και του ποιητή του.

Ευθύς, ευθύς,
μόλις διαβούν αυτά τα χρόνια της σύγχυσης και του αμαρτήματος
κι ο άνθρωπος λεύτερα μπορέσει να νιώσει μες στη μέρα
το φως, τα δέντρα, το έδαφος,
στην πιο αθόρυβη ώρα
που στη λίμνη της Γκάρντας ανεβαίνουν οι ομίχλες,
του κυνηγιού το κέρας τη σιωπή θα ταράξει
σαν έρωτας ή δάκρυ που 'χει πέσει
απ' τον Γαβριήλ ντ' Αννούντσιο, απ' τον Γαβριήλ ντ' Αννούντσιο.

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου

από το βιβλίο Σύγχρονη Ισπανική Ποίηση
Εκδόσεις: Γνώση

*
Φωτ: longislandtravel.it
Βιττοριάλε, το μεγάλο κτιριακό συγκρότημα, που ήταν η τελευταία
κατοικία του ντ’ Αννούντσιο. Πάνω από την λίμνη Γκάρντα, στην
Γκαρντόνε Ριβιέρα, στην Ιταλία.

Ετικέτες , ,

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

21. James Joyce: Ζυρίχη (Bahnhofstrasse)

Image Hosted by ImageShack.us

Bahnhofstrasse

Μάτια περιπαικτικά βλέμματα ρίχνουν
και την οδό που θα οδεύσω τη νυχτιά, μου δείχνουν,

δρόμος σταχτής που 'ναι τα βιολετί του μέλη
τόπος συνάντησης τ' αστέρια π' ανατέλλει.

Αχ άστρο του κακού. Άστρο της συμφοράς!
θαρραλέα νιότη που δεν ξαναγυρνάς,

ούτε η φρόνηση των γηρατειών αναγνωρίζει
τα μάτια που τον περιπαίζουνε καθώς βαδίζει.

Μετάφραση: Eυάγγελος Κ. Βαλσαμίδης

από το βιβλίο Τζαίημς Τζόυς, Τα ποιήματα
Εκδόσεις: Οδός Πανός, 2000

*
Φωτ: wikimedia org
H Bahnhofstrasse στην Ζυρίχη

Ετικέτες , ,

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

20. Friedrich Hölderlin: Στουτγάρδη



Στουτγάρδη

Στον Siegfried Schmidt

1
Η ευτυχία συνετελέσθη. Η επικίνδυνη ξηρασία θεραπεύεται,
Και η οξύτης του φωτός δεν καίει πλέον τα λουλούδια.
Και πάλι ανοικτή στέκεται τώρα μια αίθουσα, κι ο κήπος είναι υγιής,
Και δροσισμένη απ' τη βροχή αντηχεί η λαμπερή κοιλάδα
Κατάφυτη, οι χείμαρροι φουσκώνουν και όλα τα φτερά που ήσαν δεμένα
Ξανοίγονται και πάλι προς το βασίλειο του άσματος.
Γεμάτος είναι τώρα ο αέρας από τους περιχαρείς και η πόλις και το άλσος
Τριγύρω έχουν πληρωθεί από τα ευτυχή τέκνα των ουρανών.
Ασμένως συναντώνται κι ύστερα πάλι χάνονται,
Αμέριμνα, και τίποτε δεν μοιάζει λίγο, τίποτε πολύ.
Γιατί έτσι το προστάζει η καρδιά, και ν' αναπνέουν τη χάρη,
Την πεπρωμένη, τους έταξε ένα πνεύμα θεϊκό.
Όμως οι οδοιπόροι έχουν καλά οδηγηθεί κι έχουν
Στεφάνια αρκετά και ύμνους, έχουν το θείο σκήπτρο
Με φύλλα και σταφύλια καταστόλιστο μαζί τους και τη σκιά
Των πεύκων από χωριό σ' άλλο χωριό απλώνεται η ιΙαχή, μέρα τη μέρα,
Και όμοια με άρματα, που τα τραβούν άγρια ζώα, έτσι διαβαίνουν
Τα βουνά κι έτσι το μονοπάτι οδηγεί διστακτικά και σπεύδει.
[...2...]

3
Όμως για να μη σ' εμάς, όμοια με τους υπέρ το δέον ευφυείς, διαφύγει
Τούτη η σκυμμένη εποχή, σπεύδω να τη συναπαντήσω
Μέχρι τη μεθόριο της χώρας, όπου τον προσφιλή γενέθλιο τόπο μου
Και το νησί στον ποταμό νερά γαλάζια περιβάλλουν.
Ιερός είναι για μένα ο τόπος, στις δύο όχθες, κι ο βράχος
Που με τον κήπο και το σπίτι πράσινος υψώνεται μέσ' απ' τα κύματα.
Εκεί θα συναπαντηθούμε, ω φως επιεικές, όπου πρώτη φορά εμένα
Μία από τις πλέον έντονα αισθητές ακτίνες σου με άγγιξε και το 'νιωσα.
Εκεί άρχισε κι αρχίζει ο προσφιλής βίος εκ νέου'
Αλλά τον τάφο του πατέρα βλέπω και κλαίω ήδη;
Κλαίω και κρατώ το φίλο και τον αγκαλιάζω, κι ακούω το λόγο, που
Άλλοτε με τέχνη ουράνια με γιάτρεψε απ' τον πόνο της αγάπης.
Άλλα ξυπνούν! Οφείλω εγώ να ονομάσω τους ήρωες της πατρίδας μου
Τον Μπαρμπαρόσσα, κι εσένα αγαθέ μου Κρίστοφ, κι εσένα
Κονράντιν! Όπως εσύ έπεσες, έτσι πέφτουν οι δυνατοί, θάλλει
Στο βράχο ο κισσός, τα βακχικά φυλλώματα καλύπτουνε το κάστρο,
Όμως τα παρελθόντα είναι, όπως και τα μέλλοντα, ιερά για τους τραγουδιστές,
Και του φθινοπώρου τις σκιές εξιλεώνουμε με τις θυσίες μας.
...4...5...6

Μετάφραση: Στέλλα Γ. Νικολούδη

από το βιβλίο Friedrich Hölderlin, Ελεγείες, Ύμνοι και
άλλα Ποιήματα

Εκδόσεις: Άγρα, 1996

*
Φωτ: travel.webshots.com

Η έκτη μεγαλύτερη πόλη της Γερμανίας, πρωτεύουσα
του ομόσπονδου κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης,
που βρίσκεται στα νότια της χώρας.

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

19. Petr Bezruc: Στα δάση της Σιλεσίας

Image Hosted by ImageShack.us

Στα δάση της Σιλεσίας

Είσαστε σαν και μένα, δάση της Σιλεσίας, δάση μου!
Η θλίψη στον κορμό σας, στις φυλλωσιές σας κρέμεται.
Κοιτάζετε θλιμένα, κοιτάζετε αυστηρά,
όπως οι στοχασμοί και τα τραγούδια μου.
Μέσα στη νύχτα και στην καταχνιά σάς πέφτουν οι βελόνες,
του σκλαβωμένου έθνους δάκρια.

Πέφτετε κάτω απ' το τσεκούρι, με διαταγή απ' τη Βιέννη.
Χάνεστε αργά, πεθαίνετε ήρεμα.
Σωπαίνετε, πεθαίνετε, θάλασσα από ελάτια,
ατέλειωτα, ατέλειωτα, ω εσείς καϋμέ της Σιλεσίας!

Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ, Γιώργος Ιωάννου
[Διαγώνιος, 1959, 2 Σ]

από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως
του Κλέωνος Β. Παράσχου
Εκδόσεις: Παρουσία, 1999

*
Φωτ: flickr.com
Πολωνία, Κάτω Σιλεσία: Trzebnica, το όμορφο δάσος με τις οξυές
και την εκκλησία του 14ου αιώνα

Ετικέτες , ,

Σάββατο, 09 Μαΐου 2009

18. Nâzim Hikmet: Μόσχα (Η Κόκκινη Πλατεία την Πρωτομαγιά)



H Κόκκινη Πλατεία την Πρωτομαγιά

Η Κόκκινη Πλατεία περνάει όλες τις πλατείες την Πρωτομαγιά,
με σημαίες, δίχως σημαίες,
με τραγούδια, χωρίς τραγούδια
περνάει όλες τις πλατείες.
Η Κόκκινη Πλατεία περνάει απ' όλες τις ελπίδες την Πρωτομαγιά.
Η Κόκκινη Πλατεία μπαίνει σ' όλες τις φυλακές την Πρωτομαγιά,
σ' όλες τις φυλακές όπου είναι κλεισμένη η ελευθερία.
Η Κόκκινη Πλατεία περνάει απ' όλα τα κλίματα την Πρωτομαγιά,
κάτω από το χιόνι, τη βροχή, τον ήλιο.
Όλος ο κόσμος γίνεται την Πρωτομαγιά Κόκκινη Πλατεία
Πλατεία όπου μίλησε ο Λένιν
(1963)

από την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης
του Έρμου Αργαίου
Εκδόσεις: αλφειος, 1981

*
Φωτ: mezsez.org
Mόσχα, η Κόκκινη Πλατεία

Ετικέτες , ,

Παρασκευή, 08 Μαΐου 2009

17. Mukund R. Dave: Βλέποντας ένα γλυπτό στο Κατζουράχο



Βλέποντας ένα γλυπτό στο Κατζουράχο

Η σάρκα σου
Μέσα σε τρυφεράδα βυθισμένη
Η χάρη της
Σε ευδαιμονία σε κρατεί
Κι' οι δυο σας ζήσατε
Αιώνες
Ζευγάρωμα ψυχών μέσα στην πέτρα

Κάθε φορά που προσπαθώ
Να γίνω σαν κι' εσένα
Μου ξεφεύγει η απόλαυση
Γιατί
Ένα μικρό καπάκι πλαστικό
Σαν το μετάξι λείο
Με εμποδίζει
—Εμέ κι' αυτήν—
Να φτάσουμε στα ουράνια

Μετάφραση: Βασίλης Γ. Βιτσαξής

από το βιβλίο Σύγχρονη Ινδική Ποίηση
Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας

*
Φωτ: travel.sulekha.com
Κατζουράχο (Khajuraho), χωριό στα βόρεια της επαρχίας Madhya

Pradesh, στην Ινδία, γνωστό για τους ναούς με τα περίφημα
τολμηρά ερωτικά γλυπτά.

Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 07 Μαΐου 2009

16. Διονύσης Καψάλης: Αλεξάνδρεια (Η πόλη)



Η πόλη

Αγάπησε τον κόσμο, τα φθαρτά
πράγματα της ζωής, το θόρυβό της,
το ήσυχο φως επάνω στα γλυπτά
σώματα που του χάρισε ή νεότης,
πλασμένα για να δίνουν ηδονή.

Δεν έφυγε ποτέ, πάντα γυρνούσε
στην πόλη αυτή που γύρω του γερνούσε,
στην πόλη που της έδωσε φωνή.
Στάλαξε τη ζωή του στα γραπτά.

*

Υπάρχει τόπος

Από μακριά θα σε μεθάνε
τα φώτα της, μα πάντα θα 'ναι
πολύς ο κόπος.

Σε βάθος δρόμου μακρινού
μια Αλεξάνδρεια του νου:
υπάρχει τόπος.

Από το βιβλίο Στον τάφο του Καβάφη
Εκδόσεις: Άγρα, 2003

*
Φωτ: cosmorama.gr

Ετικέτες , ,

Τετάρτη, 06 Μαΐου 2009

15. John Pepper Clark: Ιμπάνταν



Ibadan

Ιμπάνταν,
ρεούμενο πιτσίλισμα
από σκουριά και χρυσάφι.
Πεταμένο με δύναμη
και σκορπισμένο
σ' επτά λόφους απάνω
-σαν μια σπασμένη
πορσελάνη στον ήλιο.

Μετάφραση: Αθαν. Β. Βταουσάνης

από την Ποίηση της Μαύρης Αφρικής
Εκδόσεις: Ροές, 2003 (β' έκδοση συμπληρωμένη)

*
Φωτ: silke-stahl.de
To Ιμπάνταν, πόλη στα νοτιοδυτικά της Νιγηρίας,
πρωτεύουσα της πολιτείας Oyo, η τρίτη μεγαλύτερη
σε πληθυσμό πόλη της χώρας (πάνω από 2.500.000
κατοίκους). Σπουδαίο κέντρο εμπορίου, σε λοφώδη
περιοχή, καλυμμένη με δάση.

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 05 Μαΐου 2009

14. Γιώργος Βέης: Νότια Μελβούρνη



Νότια Μελβούρνη

Ποτέ δεν κύλησαν τα νερά, οι εύκολες λίμνες
τα φώτα είναι από δέντρα, πέτρες από φεγγάρι
σε νοσταλγούν κοράλια γέφυρες γερά γόνατα
σ' έρημο σε θάλασσα έλεος να παγώσει

ο αέρας να μη γεράσει το δίκαιο σώμα
μαθημένο σε ηπείρους δε φοβάται να γίνει
να χυθεί κόκκινο ζεστό κρασί όχι λατρείας
σκοτεινής ή λησμονιάς αλλά σοδειάς από ονόματα

χώματα στην άκρη της τύχης να μην κυλήσουν
οι μέρες μου από πάνω σου μετρώντας το σπάταλο
απόγευμα, τα δόντια των ανυπεράσπιστων'

για ένα ηλιοβασίλεμα ήρθαμε ως εδώ γυμνοί
στην πλώρη του καιρού νότια ανοιχτά τοπία
να σηκωθείς το πρωί στις πέντε να μη ματώσεις.

-συλλογή: Όπως πέτρα που ρίζωσε στου ποταμού την κοίτη-

από το βιβλίο Γιώργος Βέης, Χρυσαλλίδα στον πάγο
Εκδόσεις: Ύψιλον/βιβλία, 1999

*
Φωτ: rayscam.com
Θέα της Νότιας Μελβούρνης και του προαστίου Albert Park

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

13. Pablo Neruda: Ψηλώματα του Μάτσου Πίτσου



Ψηλώματα του Μάτσου Πίτσου
(απόσπασμα)

IV
Τότε ανέβηκα μόνος της γης τα σκαλοπάτια
μέσ' απ' την άγρια ζούγκλα των σκοτεινών δρυμώνων
ως εσέ Μάτσου Πίτσου.

Πόλη αψηλή από σκαλωτές κοτρόνες,
στο τέλος σπίτι εκείνου που το γήινο
δεν έκρυψε στα κοιμισμένα ρούχα.
Σ' εσέ σαν δυο παράλληλες γραμμές,
του ανθρώπου και της αστραπής το λίκνο
κουνιώνταν σ' έναν άνεμο απ' αγκάθια.

Πέτρινη μάνα, αφρέ του κόνδορα.
Θαλασσόβραχε της ανθρώπινης αυγής.
Φτυάρι χαμένο μες στην πρώτη άμμο.

Αυτό ήτανε το σπίτι, αυτός ο τόπος'
εδώ ανεβήκαν τα χοντρά σπυριά απ' το καλαμπόκι
και ξανακατεβήκαν σαν κόκκινο χαλάζι.
Εδώ το χρυσό νήμα βγήκε από τη βικούνια
να νιώσει τις αγάπες, τα μνήματα, τις μάνες,
το βασιλιά, τις προσευχές, τους πολεμάρχους.

Τα πόδια εδώ τ' ανθρώπου νύχτα ξεκουραστήκαν
δίπλα στ' αετού τα πόδια, στις ψηλές σαρκοφάγες
φωλιές, και μες στη χαραυγή
πάτησαν με τα πόδια του κεραυνού τη σκόρπια αντάρα,
κι αγγίξανε το χώμα και τις πέτρες
ώσπου να τις γνωρίσουν μες στη νύχτα ή στο θάνατο.

Θωρώ τα ρούχα και τα χέρια
του νερού το σινιάλο στην ηχηρή πηγάδα,
το ντουβάρι που απάλυνε τ' άγγιγμα ενός προσώπου
που είδε με τα δικά μου μάτια τις γήινες λάμπες
που με τα δυο μου λάδωσε χέρια τ' αφανισμένα
ξύλα, γιατί τα πάντα: ρούχα, πετσιά, κανάτια,
λόγια, κρασιά, καρβέλια
σωριάστηκαν στη γη.

Κι ο αγέρας μπήκε με λεμονανθού
δάχτυλα πάνω από τους κοιμισμένους:
χιλιάδες χρόνια, μήνες, βδομάδες από αγέρα,
από άνεμο γαλάζιο κι οροσειρά όλο ατσάλι,
που πέρασαν σαν απαλές νεροποντές βημάτων
το ερημικό λημέρι γυαλίζοντας της πέτρας.

XII
Ανέβα, αδέρφι, να γεννηθείς μαζί μου.
Δωσ' μου το χέρι μεσ' απ' τη βαθιά
ζώνη του διάσπαρτου καημού σου.
Δεν θα επιστρέψεις στον πάτο των βράχων.
Δεν θα επιστρέψεις απ' τον υπόγειο χρόνο.
Δεν θα επιστρέψει η βραχνιασμένη φωνή σου.
Δεν θα επιστρέψουν τα τρυπημένα σου μάτια.
... ... ...
(απ' το Οικουμενικό τραγούδι)

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου

από την Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής
Εκδόσεις Γνώση, 1987

*
Φωτ: heartstring.vox.com
Το Machu Picchu, η "χαμένη πόλη των Ίνκας"
στο Περού, που ανακαλύφθηκε το 1911. Στην
οροσειρά των Άνδεων, σε υψόμετρο 2430 μέτρων.

Ετικέτες , , ,

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

12. Néstor Latrónico: Άντρες στο Μπουένος Άιρες



Άντρες στο Μπουένος Άιρες

Χόρεψα πολλά ταγκό στα σκοτεινά
με τους καλύτερους χορευτές
αστερόσκονη έπεφτε πάνω μου
ανάμεσα σε δελφίνια κολυμπούσα
όλα ήταν σκοτεινά εκτός από τους αναστεναγμούς
το ευτυχισμένο λαχάνιασμα
το καυτό ή φευγαλέο χάδι
τις λέξεις του ταγκό ψιθυρισμένες στ' αφτί
όλα ήταν σκοτεινά εκτός από τα βογγητά
το μεθυσμένο στόμα
το νεύμα που προσκαλεί
τη βιαστική γουλιά που τρέχει από τα χείλη
χόρεψα τους καλύτερους ρυθμούς
σχεδόν κατά το κέφι μου
με όποιον με θέλησε
ή με όποιον θέλησα βουτηγμένος στον ιδρώτα
μέχρι την παράδοση χωρίς να γνωρίζω
από πού είχε έρθει
-τα πάντα δέρμα ζέστη βογγητό-
χόρεψα στο σκοτάδι το καλύτερο ταγκό
-το μοναδικό-
μέχρι να αισθανθώ τη λαχτάρα της μέρας
κι επέστρεψα στο χάραμα
χορεύοντας στη βροχή
μυρίζοντας στα χέρια μου
ένα άρωμα από φρούτα.

Μετάφραση: Ρήγας Κούπα

από την Ανθολογία Ομοερωτικών Ποιημάτων
Η Έλξη των Ομωνύμων
Εκδόσεις: Οδυσσέας, 2005

*
Φωτ: upload.wikimedia.org
Μπουένος Άιρες, Αργεντινή: H ιστορική

λεωφόρος "Avenida de Mayo"

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

11. Ai: Κούβα 1962

Image Hosted by ImageShack.us

Κούβα, 1962

Όταν ο πετεινός πηδάει στο πρεβάζι
κι απλώνει τα κοκκινόχρυσα φτερά του
ξυπνάω νομίζοντας πως είναι ο ήλιος
και φωνάζω τη Χουανίτα, την ακούω ν' απαντάει,
μα μόνο μες στο νου μου.
Ξέρω είναι κιόλας έξω,
σπάζοντας το καλάμι από τη ρίζα του
χρησιμοποιώντας μόνο τα μεγάλα χέρια της.
Παίρνω το μπαλταδάκι και περπατώ μες στα ζαχαροκάλαμα,
ως να τη δω ξαπλωμένη μπρούμυτα μες στη λάσπη.

Χουανίτα, νεκρή έτσι μες στο πρωί.
Υψώνω το μπαλταδάκι
—ό,τι παίρνω από τη γη τής το δίνω πίσω—
και κόβω τα πόδια της.
Σηκώνω το σώμα και το κουβαλάω στο κάρο
όπου φορτώνω τη ζάχαρη και την πουλάω στη «χώρα».
Όποιος γευτεί τη γυναίκα μου στην καραμέλα του, στο γλυκό του
δοκιμάζει κάτι γλυκύτερο απ' αυτό το ζαχαροκάλαμο:
είναι η θλίψη.
Αν πολυφάς, κι άλλο ζητάς,
ποτέ σου δε χορταίνεις.

Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

από το βιβλίο Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές
Εκδόσεις: ύψιλον/βιβλία, 1983

*
Φωτ:
forestlake, flickr.com
Κούβα, Φυτεία Ζαχαροκάλαμου στην Κοιλάδα de los Ingenios

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 07 Απριλίου 2009

10. Hart Crane: Η γέφυρα του Μπρούκλυν



H γέφυρα του Μπρούκλυν

Πόσα ξημερώματα, παγωμένα απ' το πλάγιασμα στα κύματα
τα φτερά του γλάρου θα βουτούν και ψηλά θα τον πηγαίνουν
σκορπώντας λευκούς κρίκους θορύβου, δημιουργώντας ψηλά
πάνω απ' τα νερά του αλυσοδεμένου κόλπου Ελευθερία.

Μετά μ' αβίαστη στροφή τα μάτια μάς αφήνουν
σαν οπτασίες ταξιδιών στη θάλασσα
σε μια σελίδα με εικόνες που φυλάξαμε
ώσπου ανελκυστήρες μας απορρίξουν απ' τη μέρα μας.

Σκέφτομαι τα σινεμά, τα φανταστικά τεχνάσματα
με κόσμο αμέτρητο να σκύβει στη λαμπρή οθόνη
τεχνάσματα αφανέρωτα που ξαναγίνονται γοργά
πάνω στην ίδια την οθόνη, μπροστά σε άλλα μάτια.

Κι εσύ, αντίκρυ στο λιμάνι με ασημένια βήματα
λες και ο ήλιος από σένα δανείστηκε το βήμα του,
άφησε όμως κάποια κίνηση αξόδευτη μες στο δικό σου βήμα -
Βαστώντας σιωπηλά τη δική σου Ελευθερία!

Απ' τον υπόγειο, την κάμαρα ή τη σοφίτα
κάποιος τρελός ρίχνεται από το στηθαίο σου,
γέρνει εκεί για μια στιγμή με βαρυμένη ανάσα
και πέφτει ίδια μ' αστείο που ηχεί από άφωνο καραβάνι.
... ... ...
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα
Εκδόσεις: Ηριδανός, 2007

*
Φωτ: akademi.fantasia.org

Ετικέτες , ,

Τετάρτη, 01 Απριλίου 2009

9: Federico García Lorca: Νέα Υόρκη



Νέα Υόρκη

Γραφείο και καταγγελία
Στον Fernando Vela


Κάτω απ' τους πολλαπλασιασμούς
υπάρχει μια σταγόνα αίμα πάπιας'
κάτω απ' τις διαιρέσεις
υπάρχει μια σταγόνα αίμα ναυτικού'
κάτω απ' τις προστέσεις, ένα ποτάμι από αίμα τρυφερό.
Ένα ποτάμι πούρχεται τραγουδώντας
ανάμεσα απ' τους υπνοθάλαμους των προάστιων,
πού ειν' ασήμι, τσιμέντο ή αύρα
στην ψεύτραν αυγή της Νέας Υόρκης.
Υπάρχουνε τα βουνά. Το ξέρω.
Και οι διόπτρες για τη γνώση.
Το ξέρω. Όμως εγώ δεν ήρθα να δω το θολόν αίμα.
Το αίμα που φέρνει τις μηχανές στους καταράχτες
και το πνέμα στη γλώσσα της κόμπρας.
Όλες τις μέρες σκοτώνονται στη Νέα Υόρκη
τέσσερα εκατομμύρια πάπιες,
πέντε εκατομμύρια γουρούνια,
δυο χιλιάδες περιστέρια για την ευχαρίστηση των ετοιμοθάνατων,
ένα εκατομμύριο αγελάδες,
ένα εκατομμύριο αρνιά
και δυο εκατομμύρια πετεινοί,
που αφήνουν τους ουρανούς κομματιασμένους.
Καλύτερα να κλαις λυγμικά ακονίζοντας το μαχαίρι
ή να σκοτώνεις τα σκυλιά
σε ξέφρενα κυνήγια,
παρά ν' αντιστέκεσαι την αυγή
στις ατέλειωτες αμαξοστοιχίες από γάλα,
στις ατέλειωτες αμαξοστοιχίες από αίμα
και τις αμαξοστοιχίες από τριαντάφυλλα με τα χέρια δεμένα
για τους έμπορους των αρωμάτων.
... ... ...

Απόδοση: Κώστας Ζαρούκας

από το βιβλίο Λόρκα, Σκόρπια Ποιήματα
Εκδόσεις: Μέρμηγκας, 1975

*
Φωτ: greenwichmeantime.com

Ετικέτες , , ,

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

8. Leopoldo Panero: Δρόμος της Γκουαδαράμας



Δρόμος της Γκουαδαράμας

Δρόμος της Γκουαδαράμας,
χιόνι πυκνό τον Δεκέμβρη,
και στου δειλινού την όχθη
πράσινο πεύκο στ' αγέρι.

Του βουνού αδύναμο χιόνι,
στριμωγμένο στη χαράδρα,
σε θωρεί η γλυκιά μου φίλη
με τα μάτια της τα μαύρα.

Με τα φωτεινά της μάτια
δρόμε της Γκουαδαράμας,
σε θωρεί όπως σε θωρώ,
κοντά και μακριά συνάμα.

Δρόμος της Γκουαδαράμας,
του προσκυνητή ο ανθός
και μες στον ίσκιο τον δάσους
νερό που τρέχει όλο φως.

Νερό φωτεινό μια μέρα
θολό γίνηκε κατόπι
και της λησμονιάς ο αγέρας
τα βουβά κλωνιά έχει κόψει.

Δρόμε της Γκουαδαράμας,
μακρινέ δρόμε του ονείρου,
μες στου χιονιού τη φρεσκάδα
σε ψάχνω μα δε σε βρίσκω.

Της ελπίδας έχει ο αγέρας
τα βουβά κλωνάρια σπάσει
κι εγώ πορεύομαι δίχως
να βρίσκω το μονοπάτι.

Δρόμος της Γκουαδαράμας,
ουρανός γεμάτος θλίψη
και μέσ' απ' το φυλλοθρόισμα
η μοναξιά μες στα στήθη.

Απ' τα κομμένα κλωνάρια
τ' άρωμα σου χύθηκε έξω!
Δρόμος της Γκοναδαράμας
κι έχω αυτή τη λύπη που έχω.

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου

από την Σύγχρονη Ισπανική Ποίηση
Εκδόσεις: Γνώση, 1989

*
Φωτ:
Dmitry Shakin- flickr.com
Η Sierra de Guadarrama, είναι οροσειρά της Ισπανίας, μεταξύ
των ποταμών Ντούρο και Τάγου. Ο Λεοπόλντο Πανέρο νοσηλεύθηκε
με φυματίωση στο Βασιλικό Σανατόριο της Sierra de Guadarrama,
κατά το έτος 1929.


Ετικέτες , ,

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

7. Paul Eluard: Τόσο εύθυμο το Παρίσι



Τόσο εύθυμο το Παρίσι

Πόλεμος! Τίποτα πιο σκληρό απ' τον πόλεμο μες στο χειμώνα.
Είμαι πολύ βρώμικος (σε μας κανείς δεν περπατά στο πεζοδρόμιο
ούτε στο δρόμο), μα τι χαρά να 'ρθεις εδώ ν' αναπαυθείς!
Η πολιτεία να σφύζει από ζωή. Στο σινεμά, οι μάγκες σφυρίζουν
την «Κυρία με τας Καμέλιας».
Και 'μεις ρωτάμε εκείνους που διασχίζουνε την πόλη πηγαίνοντας
αλλού, αν ψάχνουν για διαμάντια μ' ένα αλέτρι!

Απόδοση: Γιώργος Καραβασίλης

από το βιβλίο Ποιήματα του Πωλ Ελυάρ
Εκδόσεις: Εκάτη

*
Φωτ: bbs.chinadaily.com.cn
Παρίσι, η θέα από τον πύργο του Άιφελ

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

6. Sandro Penna: Η πλατειούλα της Βενετίας



[ Η πλατειούλα της Βενετίας ]

Η πλατειούλα της Βενετίας
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Αλλά απομένει
στη μνήμη - και θέλγει
το φως - η πτήση του νεαρού
ποδηλάτη, που απευθύνθηκε στο φίλο
με μια μελωδική πνοή: "Πας μόνος;"

Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας

Σάντρο Πέννα, απο την Ξένη Ποίηση του 20ού αιώνα
Εκδόσεις: Λωτός, 2000

*
Φωτ: "Scatter joy" blog

Ετικέτες , ,

Τρίτη, 03 Μαρτίου 2009

5. Bertolt Brecht: Το τραγούδι του Μπενάρες



Το τραγούδι του Μπενάρες
Benares Song

1
Αυτή η πόλη δεν έχει ουίσκι να μεθύσουμε
Ούτε ένα μπαρ για να καθίσουμε
Ω!
Πού είναι το τηλέφωνο;
Δεν έχει ούτε τηλέφωνο;
Ω, κύριε, στο διάολο:
Όχι!
Μπρος πάμε στο Μπενάρες
Όπου είναι μπόλικα τα μπαρ
Μπρος πάμε στο Μπενάρες!
Πάμε, Τζένη.

2
Αυτή η πόλη χρήμα δεν μπορεί να βγάλει
Ολόκληρη η οικονομία έχει κλατάρει
Ω!
Πού είναι το τηλέφωνο;
Δεν έχει ούτε τηλέφωνο;
Ω, κύριε, στο διάολο:
Όχι!
Μπρος πάμε στο Μπενάρες
Όπου είναι μπόλικο το χρήμα
Μπρος πάμε στο Μπενάρες!
Πάμε, Τζένη.

3
Δεν έχει πλάκα στο γέρικο πλανήτη μας
Ούτε μια πόρτα μισάνοιχτη για μας
Ω!
Πού είναι το τηλέφωνο;
Δεν έχει ούτε τηλέφωνο;
Ω, κύριε, στο διάολο:
Όχι!

Χειρότερο απ' όλα, λέγεται ότι το Μπενάρες
Ένας σεισμός το έχει εξαφανίσει!
Ω, το καλό μας το Μπενάρες!
Ω, πού να πάμε τώρα;
Χειρότερο απ' όλα, λέγεται ότι το Μπενάρες
Ένας σεισμός το έχει τιμωρήσει!
Ω, το καλό μας το Μπενάρες!
Ω, πού να πάμε τώρα;

Μετάφραση: Νάντια Βαλαβάνη
(από το αγγλικό πρωτότυπο)

Από το βιβλίο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ποιήματα
Εκδόσεις: Σύγχρονη Εποχή, 1992

*
Φωτ: upload.wikimedia.org
H ινδική πόλη Μπενάρες, ή Βαρανάσι όπως λέγεται σήμερα, κτισμένη στη
δυτική όχθη του Γάγγη, στο ινδικό κρατίδιο Ούταρ Πραντές, θεωρείται
ιερή πόλη (κέντρο του ινδουισμού) και είναι από τις αρχαιότερες συνεχώς
κατοικημένες πόλεις στον κόσμο.

Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

4. Arna Wendell Bontemps: Νυχτερινό στη Βηθεσδά



Νυχτερινό στη Βηθεσδά

Νόμισα πως είδα έναν άγγελο να χαμηλοπετά,
νόμισα πώς είδα ένα φτεροκόπημα φτερούγας
πάω από τις μουριές. Αλλά ποτέ πια.
Η Βηθεσδά κοιμάται. Η παλιά αυτή λίμνη
που γιάτρευε πλήθος γενειοφόρων Ιουδαίων,
δεν ξυπνά.
Η λίμνη που κάποτε οι άγγελοι την ανατάραζαν,
δε σαλεύει.
Κανένας άγγελος Κυρίου δεν ταράζει τώρα τα νερά της,
κανένας Σωτήρας δεν κρατεί στα χέρια του φάρμακο θαυματουργό,
κανένας που να πει στον παράλυτο
«Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».
Οι χρυσές μέρες έφυγαν.
Γιατί περιμένουμε τόσο πολύ πάνω στα μαρμαρένια σκαλοπάτια,
με το αίμα να τρέχει από τις ανοιχτές πληγές μας;
γιατί τα μαύρα μας πρόσωπα να ζητούν τον άδειον ουρανό;
Είναι τίποτε εκεί πού το 'χουμε ξεχάσει;
Είναι τίποτε το πολύτιμο που το χάσαμε
περιπλανώμενοι σε ξένες χώρες;

Ήτανε θυμάμαι κάποια μέρα
που στηθοκοπιόμουν και φώναζα:
«Εξάγνισέ με, θεέ, μ' ένα κύμα ανέμου πάνω στα στάχυα!
Ω γαλήνιε Εσύ, έλα, ζύγωσε!
Περπάτησε πάνω στους λόφους με τα πόδια σου τ' αγαπημένα,
και στάσου δίπλα στον καταράχτη και μίλησε.
Βύθισε τ' αγνά σου χέρια στη λίμνη με τους κρίνους,
και θρήνησε πάνω στις άρπες που ακόμα κρέμονται στα δέντρα,
κοντά στη Βαβυλώνα, πέρα ως πέρα στην ακροποταμιά.
Αλλά θυμήσου με, παρακαλώ, προτού το καλοκαίρι φύγει
και τα ροδόφυλλα χάσουν το πορφυρό τους χρώμα».

Η παλιά τρομάρα, ο φόβος των ήσυχων νερών
και των λιποθυμισμένων δειλινών, μου σφίγγει την καρδιά!
θα 'ρθουν καλύτερες μέρες όταν θα 'χω πεθάνει,
θα 'ναι θεραπευτικές πηγές
που εγώ δε θα μπορώ να εύρω τη γιατρειά μου.
Τα φεγγοβόλα αστέρια θα λάμπουν για πάντα και για πάντα
πάνω από τον τύπο όπου θα κείτουμαι έρημος.

Όμως ελπίζω, λαχταρώ να ζήσω ακόμη.
Κι αν υπάρχει ανάσταση νεκρών, θα επιστρέψω.
Αλλά όχι εδώ.
Αν με θελήσετε, να μ' αναζητήσετε
κάτω από τα φοινικόδεντρα της Αφρικής.
Κι αν δεν είμαι εκεί, να με καλέσετε
ανάμεσα από τους αμμουδερούς, λαμπερούς λόφους'
ίσως έκεί ν' ακολουθώ κανένα καραβάνι της ερήμου.

Μπορεί να περάσω, μέσα από αιώνες θανάτου,
με ματιά γαληνεμένα.
Όμως ακόμα θα θυμάμαι ένα δέντρο της ζούγκλας
με πουλιά φλογοκόκκινα.
Ναι, είναι κάτι που το ξέχασα' κάτι το πολύτιμο.
Θ' αναζητώ στολίδια από ελεφαντόδοντο,
θα πεθαίνω για έναν καρπό της ζούγκλας.

Δεν ακούς, Βηθεσδά!
Ω γαλήνιο πράσινο νερό σε λίμνη ασάλευτη!
Η αγάπη σ' εγκατέλειψε καθώς κ' εμένα.
Ήταν κάποια μέρα πού κρατούσες
ένα πλούσιο, ολόγιομο φεγγάρι πάνω στην καρδιά σου,
κι αφουγκραζόσουν τα λόγια εκείνων που έχουν πια πεθάνει.
Και είδες τους αγγέλους να πετούν.
Γράφτηκε μια ιστορία απλή πάνω στο πρόσωπο σου.
Το ξέρω, Βηθεσδά! ! Είσαι λυπημένη.
Κ' εγώ το ίδιο.

Μετάφραση: Δ. Σταύρου
[Καινούργια Εποχή, 1959 Άνοιξη]

από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως
του Κλέωνος Β. Παράσχου
Εκδόσεις: Παρουσία, 1999

*
Φωτ: travel.webshots.com
Η κολυμβήθρα της Βηθεσδά στην μουσουλμανική συνοικία
της Ιερουσαλήμ, κοντά στη Πύλη των Λεόντων.

Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

3. Ελισάβετ Κομνηνού: Κωνσταντινούπολη



Κωνσταντινούπολη

Τζαμιά και μιναρέδες στην ομίχλη
Ανάμνηση από λάσπη
και πηχτά ανθρώπινα πλήθη
Μιλούν τις γλώσσες του αγνώστου
και τις μουσικές του νόστου
Με μπαχάρια μυρωδικά
και κάθε λογής αγαθά
ανταλλάσσουν το άπιαστο με την έρευνα
το χέρι και το βλέμμα με το αίσθημα
τη φλόγα και το αρχαίο φίδι
με του Βοσπόρου το γαλάζιο φρύδι...
Όμως «Κωνσταντινούπολη» σημαίνει
αυτό ακριβώς που δεν ανταλλάσσεται:
Γυναίκα ώριμη με παρελθόν και πνεύμα
που όλοι τη θέλουν
και δεν ανήκει σε κανένα

Από την συλλογή Μωσαϊκό τοπίων και λόγων
Εκδόσεις: Δωδώνη, 1992

*
Φωτ: skyscrapercity.com

Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

2. Ivan Vazov: Στο μοναστήρι της Ρίλας



Στο μοναστήρι της Ρίλας

Τώρα, νιώθω στο σπίτι μου. Βουνά τριγύρω
και κορυφές ορθώνονται' ψηλά, άγρια δάση
θροΐζουν' νερά κρυστάλλινα, αφρισμένα, βουίζουν:
εδώ, παντού κοχλάζει η ζωή. Τρυφερή μάνα
γλυκά με νανουρίζει, η φύση, με τραγούδια,
κρατώντας με, με αγάπη, πάνω στην καρδιά της.

Τώρα, νιώθω στο σπίτι μου. Η κορφή του Ελένιν
τρυπά τον μπλε ουρανό και με καλεί κοντά της'
το Μπριτσεμπόρ, με τα έλατα και τα γιγάντια
πεύκα του, νέα μού δίνει ζωή, και, προς τον νότο,
τεράστια, η Τσάρεφ Βριχ, τη φαλακρή κορφή της
και την ανάμνηση του τσάρου ψηλά ορθώνει.

Τώρα, νιώθω στο σπίτι μου, στον δικό μου κόσμο, —
σε κόσμο προσφιλή, λαχταρισμένο. Εδώ
πιο ελεύθερα ανασαίνω, εδώ, στη Ρίλα, νιώθω
πιο καθαρός' ιερός, διαλεχτός, την ψυχή μου
γιομίζει ο κόσμος' ζωή καινούργια ορμά σαν κύμα
μέσα μου, και σκιρτώ όλος ρώμη και τραγούδια.

Τώρα, νιώθω στο σπίτι μου' τώρα δα είμαι πάλι
ποιητής, μες στην ιερή του δάσους ερημιά'
εννοώ το ερωτικό, γαλήνιο νεύμα του άλσους,
τον θρο, και των αβύσσων τους ψιθύρους, κ' ένα
με γη κι ουρανό γίνομαι, παραδομένος
σε τερπνή, μυστική συνομιλία μαζί τους.

Τώρα, νιώθω στο σπίτι μου' μες στην καρδιά 'μαι
της Ρίλας' τα δεινά, τα βάσανα, η αγωνία
του κόσμου, είναι μακρυά: γι' αυτά ύψωσε ένα τείχος
τεράστιο η Ρίλα' αθώος σχεδόν, αγαθός, νιώθω,
και γεύομαι γλυκιάν ειρήνη, με τραγούδια
και προσευχές, σαν ύστερα από μακρύ αγώνα.

Τώρα, νιώθω στο σπίτι μου' μακάριος, δίπλα
στο γάργαρο, που τραγουδά, ποτάμι, επί ώρες,
διαβάζω κι ονειροπολώ, ή σαν κουρνιασμένος
αητός, πάνω απ' τα βάραθρα στέκω, κι ο νους μου
περισκοπεί το χάος, εισδύει στης οικουμένης
τα μυστικά όλα κι ως τον Κύριο φτερουγίζει.

Τώρα, νιώθω στο σπίτι μου' δεν είμαι, εδώ, ένας
περίεργος επισκέπτης' πάντα η φύση, η φύση, η
έντονη — ελευθερία, τραγούδι, ζωή - 'τανε για μένα
το πλέον απλό και το πιο μέγα ιδανικό μου.
Σέβας σε σας, νερά και βάραθρα και βράχια
κ' ελάτια υψηλά κ' ύψη: απόψεις του κυκλώπιου!

Τώρα, νιώθω στο σπίτι μου, — ένας, κ' εγώ, φθόγγος
της μελωδίας της Ρίλας. Μ' αν το φως δεν είδα
εδώ, — να 'ταν εδώ να μ' έθαβαν! Στου δάσους
το θρόισμα, κάτω απ' τ' άγρυπνο βλέμμα του Ελένιν,
τάφο να βρω στα μεγαλειώδη μέσα στέρνα
της Ρίλας, — έπους μεγαλόπρεπου της φύσης.

Μετάφραση: Άρης Δικταίος
(με τον έλεγχο του Stefan Getchev)

από την Ανθολογία Βουλγαρικής Ποιήσεως
Εκδόσεις Δωδώνη, 1971

*
φωτ: orienttravel-bg.com
Το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη στο όρος Ρίλα της Βουλγαρίας,
κτισμένο σε υψόμετρο 1147 μέτρων.

Ετικέτες , ,

Πέμπτη, 05 Φεβρουαρίου 2009

1. Κώστας Καρυωτάκης: Αθήνα



Αθήνα

Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη
η Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα.
Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.

Στά σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.

Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.
Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ' αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.

Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας
πουλάκια το ένα τ' άλλο κυνηγούνε
τ' Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας.

-συλλογή "Η σκιά των ωρών"-

*
Φωτ: promosalons.fr

Ετικέτες , ,