λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

125. Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Τέξας

Image and video hosting by TinyPic
Τέξας

Επίσης εδώ,
όπως στην άλλη άκρη του ημισφαιρίου,
ο ατέλειωτος κάμπος που η κραυγή του ανθρώπου
Ξεψυχάει μονάχη.

Επίσης εδώ,
Ο ινδιάνος, το λάσο, τ' αδάμαστο άτι.
Επίσης εδώ,
το ουράνιο πουλί που δεν φανερώνεται,
Τραγουδώντας για ενός δειλινού την ανάμνηση
Πάνω απ' τους θορύβους της ιστορίας.

Επίσης εδώ,
Μυστική αλφαβήτα των άστρων
Που την πένα μου φέρνει σ' ονόματα
Που δεν απαλείφθηκαν απ' των ημερών
Τον αδιάκοπο λαβύρινθο: Σαν Χαθίντο
Κι οι Θερμοπύλες οι άλλες, το Άλαμο.

Επίσης εδώ,
η ακατανόητη πάντα
Ανήσυχη και σύντομη υπόθεση, που 'ναι η ζωή.

Jorge Luis Borges

απόδοση: Σπύρος Μοσχονάς

από Το Δέντρο
τχ. 52, Απρ. 1990
*

Φωτ: markdroberts.com
Σαν Αντόνιο: Το φρούριο του Άλαμο, οι "Θερμοπύλες" του Τέξας.
(η ταινία)

Ετικέτες , , ,

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

124. Μάρκο Μάρτος: Περού

Image and video hosting by TinyPic
Το Περού

Δεν είναι αυτή η χώρα σου
γιατί γνωρίζεις τα όριά της,
ούτε για την κοινή λαλιά
και ούτε για τα ονόματα των πεθαμένων.
Αυτή η χώρα είναι δική σου,
γιατί αν χρειαζόταν να την φτιάξεις,
θα την ξανάφτιαχνες εδώ, όπως είναι
για να οικοδομήσεις πάλι
εδώ τα όνειρά σου.

Marco Martos

μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

από την Γενική Ανθολογία Σύγχρονης
Λατινοαμερικανικής ποίησης 1892-1975
,
του Ρήγα Καππάτου
Εκδόσεις: Εκάτη, 2011
*

Φωτ: από zug55, flickr.com
Οι φτωχογειτονιές του λόφου Σαν Κριστομπάλ, κοντά στη Λίμα.

Ετικέτες , ,

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

123. Οράσιο Φερέρ: Μπουένος Άιρες

Image and video hosting by TinyPic
Μπαλάντα για τη θανή μου

Θα πεθάνω μιαν αυγή στο Μπουένος Άιρες
Θα κοιτάξω γαλήνια όσα φέρν' η ζωή
Τα φτωχά μου τραγούδια για φευγάτες αγάπες
Γι' αλυσίδες που σέρνω...
Τον καπνό, το ταγκό μου, για μια φούχτα
Από θλίψη στα στήθια κρυφή.

Θε να ρίξω στους ώμους, σαν παλτό την αυγούλα
Το στερνό μου το ουίσκυ κανείς δε θα πιει
Αργοβάδιστη θα 'ρθει ερωτιάρα η θανή μου
Και θα σβήσω
Στις έξι ακριβώς το πρωί.

Σήμερα
Που μ' αφήνει ο θεός
Με του ονείρου τα φτερά να πετάξω
Θε να πάω σαν τότες, στην οδό Σάντα Φε.
Στη γωνιά μας, το ξέρω, θα 'σαι πάλι σαν πάντα
Κι όλη θλίψη θα στάζει η γλυκειά σου μορφή!
Κράτησέ με σφιχτά στην ζεστήν αγκαλιά σου
Τι γροικώ ν' αναδεύουν θανάτους μέσ' τα στήθη βαθιά
Τους παλιούς εκείνους θανάτους
Που όσα αγάπησα αγγίξαν και μου πήραν μακριά
Ω ψυχή μου... πηγαίνοντας πάμε...
Έρχετ' η μέρα, μην κλαις!

Θα πεθάνω μιαν αυγή στο Μπουένος Άιρες
Την ώρα που διαλέγουν όσοι ξέρουν
Να πεθάνουν σωστά.
Στων χειλιών μου τη σιωπή θα πλανιέται
Μυροφόρα μια φλόγα εκείνου του στίχου
Που δε μπόρεσα ποτέ να σου ειπώ.

Θα βαδίσω στους δρόμους της πόλης
Θα βαδίσω για ώρα πολλή
Και κει κάτω, στην Πλάσα ντε Φράνσια
Σα σκιές κουρασμένων στη σκηνή χορευτών
Ψιθυρίζοντας πάλι και πάλι
Τ' όνομά σου
Θε να φύγουν οι μνήμες
Πατώντας στις μύτες, σ' ένα δρόμο λευκό.

Θα πεθάνω μιαν αυγή στο Μπουένος Άιρες
Θα κοιτάξω γαλήνια όσα φέρν' η ζωή
Τα φτωχά μου τραγούδια για φευγάτες αγάπες
Γι' αλυσίδες που σέρνω...
Τον καπνό, το ταγκό μου για μια φούχτα
Από θλίψη στα στήθια κρυφή.

Θε να ρίξω στους ώμους, σαν παλτό την αυγούλα
Το στερνό μου το ουίσκυ κανείς δε θα πιει
Αργοβάδιστη θα 'ρθει ερωτιάρα η θανή μου
Και θα σβήσω
Στις έξι ακριβώς το πρωί.

Στις έξι ακριβώς το πρωί.
Στις έξι ακριβώς το πρωί!...
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Horacio Ferrer

μετάφραση: Βασίλης Βιτσαξής

από την Νέα Εστία
τχ. 1404, 1 Ιαν. 1986
*

Φωτ: elebaires.com
Ο περίφημος πεζόδρομος Καμινίτο στην συνοικία Λα Μπόκα
του Μπουένος Άιρες

Ετικέτες , ,

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

90. René Char: Περού


Η έξαλλη χειροτεχνία

Το κόκκινο τροχόσπιτο στην άκρη του καρφιού
Και πτώμα στο καλάθι
Κι άλογα για όργωμα στο πέταλο του αλόγου
Ονειρεύομαι με το κεφάλι στην αιχμή του μαχαιριού μου το Περού

Ρενέ Σαρ

Μετάφραση: Σωκράτης Κ. Ζερβός

Από την λέξη - τχ. 92
Φεβρουάριος '90

*
Φωτ: flickr.com by
GlobeTrotter 2000
Ικίτος, Αμαζόνιος

Ετικέτες , ,

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

89. Χρήστος Αμανατίδης: Ακαπούλκο


Το Ακαπούλκο

Τι έχω ανάγκην;
Την σιωπήν των.
Τι χρειάζεται δια να καταστήσω όλους τούτους άφωνους;
Ένα μέγα ψέμα.
Ποίο είναι τούτο;
Το Ακαπούλκο!
Διατί το Ακαπούλκο;
Μακράν είναι και όσον μακράν τοσούτον απρόσιτον.

[....]
Το καλοκαίρι τελείωνε και οι τελευταίοι αδειούχοι επέστρεφαν με βαριά καρδιά πίσω στο μουντό γραφείο. Μέχρι να δρομολογηθεί η ρουτίνα έπρεπε ο καθένας να καταθέσει την περιπέτεια του καλοκαιριού του, κατάθεση υποχρεωτική και ευχάριστη σχεδόν για όλους, γιατί όλοι, ποιος λίγο ποιος πολύ, είχαν δραπετεύσει από την πνιγηρή Αθήνα και το θέμα καλοκαιρινές διακοπές ήταν το κυρίαρχο θέμα των ημερών. Μιλήσανε όλοι και ξαναμιλήσανε και μόνο η κοπέλα στο γραφείο τέσσερα δεν άνοιζε το στόμα της να πει πώς πέρασε έναν ολόκληρο μήνα που έλειψε με άδεια.

- Εσύ δεν θα μας πεις, Κλαίρη, πού μαύρισες φέτος;
- Δεν σας λέω, γιατί θα ζηλέψετε.
- Έλα πες μας καλέ, τι να ζηλέψουμε, αμάν πια με τα μυστήρια σου!

Κοντοστάθηκε λίγο για να απολαύσει τη σιωπή που τους επέβαλε και:
- Εγώ είχα πάει στο Ακαπούλκο! Δεν θέλω να σας κάνω να ζηλέψετε, αλλά ήταν υπέροχα!

Πώς ήταν δυνατόν να μη ζηλέψουνε. Μια κουβέντα είναι αυτή. Για μια στιγμή το Κιάτο, η Άρτα, το Ναύπλιο, ακόμα και η Ρόδος, που μόλις λίγο πριν έπαιζαν μονότερμα, χλώμιασαν από το φθόνο τους. Εκεί που όλοι είχαν στα χέρια τους κέντες και ζεύγη και φουλ και καρρέ του Άσσου, ξαφνικά εμφανίστηκε από το πουθενά ένα λαμπρό φλός ρουαγιάλ και τους τα πήρε όλα! Το δωμάτιο φωτίστηκε με έναν λαμπρό μεξικάνικο ήλιο.

Από την λέξη - τχ. 181
Σεπτέμβριος 2004

*
Φωτ: fwallpapers.net

Ετικέτες , ,

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

88. Countee Cullen: Βαλτιμόρη


Επεισόδιο

Μια μέρα ενώ σεργιάνιζα στην παλιά Βαλτιμόρη
με καρδιά φουσκωμένη από χαρά, γεμάτος κέφι,
είδα ένα βαλτιμοριανό να με κυττά σκληρά
με βλέμμα, που λες τρύπαγε το πρόσωπο μου.
Θα 'μουν οχτώ χρονών και μικροκαμωμένος'
αυτός ολόιδιος ήταν με μένα σε όλα
γι αυτό του χαμογέλασα, μα εκείνος
τη γλώσσα πέταξε έξω και μ' είπε "βρωμονέγρο".

Από το Μάη ως το Δεκέμβρη μήνα
εγύρισα κι εγνώρισα όλη τη Βαλτιμόρη'
μα απ' όσα είδα κι άκουσα, μονάχα
τη φοβερή αυτή θυμάμαι προσβολή.

Κάουντυ Κάλλεν

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά

Από την
παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης
Εκδ. Τύμφη, 1973

*
Φωτ: dougdoebler.com

Ετικέτες , ,

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

65. Δημήτρης Γαλάνης: Χιλή


Εδώ Χιλή

Τηλεφωνούσε ένα χελιδόνι:
- Μίστερ Κίσσιγκερ...
Εδώ Χιλή.

Δε βλέπω δίχως τα γυαλιά
του Αλλιέντε.

Κικιρίκου ο πετεινός
κι ακόμα να χαράξει στον κόσμο.

Από το βιβλίο Εξέδρα
Αθήνα, 1973
*
Φωτ: marginalrevolution.com, από .travelblog.org
H έρημος Ατακάμα, στη βόρεια Χιλή.


Ετικέτες , ,

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

64. María Mercedes Carranza: Μπογκοτά



Bogotá, 1982

Κανείς δεν κοιτάζει τον άλλο στο πρόσωπο
Απ' το Βορρά ως το Νότο δυσπιστία: υποψίες
μες στα χαμόγελα και την επιτηδευμένη ευγένεια.
Σκοτάδι ο αέρας και φόβος
σε όλες τις πόρτες και τους ανελκυστήρες, στα κρεβάτια.
Πέφτει μια χαλαρή βροχή
όπως σ' έναν κατακλυσμό: πόλη του κόσμου
που δεν θα γνωρίσει ποτέ την ευτυχία.
Απαλές μυρωδιές που μοιάζουν με τις αναμνήσεις
μετά από τόσο πολλά χρόνια που είναι στον αέρα.
Μισοφτιαγμένη πόλη, πάντα στα πρόθυρα να μοιάσει με κάτι
όπως ένα κορίτσι στην αρχή της εμμηνόρροιας,
ανασφαλής, χωρίς καμιά ομορφιά.
Μέσα σ' αυλές του δέκατου ένατου αιώνα με γεράνια
όπου γηραιές κυρίες ακόμα σερβίρουν σοκολάτα
προαύλια κατοικιών
κατοικημένα από βρωμιά και πόνο.
Στους απότομους και πάντα σκοτεινούς δρόμους
—ένα αδιάφανο φως φιλτραρισμένο σαν από αλαβάστρινα ελάσματα—
εμφανίζονται σκηνές τόσο γνωστές όσο ο θάνατος και ο έρωτας.
Αυτοί οι δρόμοι είναι οι λαβύρινθοι εκεί που πρέπει να ανιxνεύσω
όλα τα βήματα που στο τέλος είναι όλη η ζωή μου.
Γκρίζοι οι τοίχοι και τα δέντρα,
και ο αέρας απ' την κορφή ως τα νύxια των κατοίκων.
Μακριά, το πράσινο υπάρχει, ένα πράσινο μεταλλικό και γαλήνιο,
ένας πράσινος Patinir με λίμνη ή ποταμό,
και πίσω από τα βουνά μπορεί κανείς να δει τον ήλιο.
Η πόλη που αγαπώ μοιάζει πολύ με τη ζωή μου
μας ενώνει η κόπωση και η πλήξη της συμβίωσης
αλλά και οι αναντικατάστατες συνήθειες και ο αέρας.

Μαρία Μερσέντες Καράνθα

Μετάφραση: Γιάννης Καρατζόγλου

από το Εντευκτήριο, τ.88 / Ιανουάριος 2010

*
Φωτ: computerweekly.com

Ετικέτες , ,

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

63. Ted Hughes: Νέο Μεξικό - Σπήλαια Κάρλσμπαντ


Σπήλαια Κάρλσμπαντ

Είχαμε δει τις νυχτερίδες στα σπήλαια του Κάρλσμπαντ,
παχιές σαν μαλλιαρός καπνός σε καμινάδες,
μεγαλύτερες κι από καθεδρικούς ναούς. Είχαμε κάνει τους εαυτούς μας κουκκίδες
στον ορίζοντα του τέλειου κόσμου τους και των κλειστών τους υπάρξεων. Προφανώς ήταν όλες ευτυχισμένες -

τόσο ευτυχείς που δεν είχαν επίγνωση της ευτυχίας τους,
τόσο απασχολημένες μ' αυτό, τόσο περήφανες,
γαντζωμένες ανάποδα απ' τους πέτρινους ουρανούς τους.

Ύστερα κοιτάξαμε τα ρολόγια μας. Η εμπροσθοφυλακή των νυχτερίδων,
ακριβέστατη, άρχισε να τρεμοπαίζει και να στριφογυρίζει
στο πελώριο στόμα του σπηλαίου.

Εκείνο ήταν το αμφιθέατρο μας, όπου οι νυχτερίδες ήταν το έργο.
Μερικές τρεμόπαιζαν κι έπειτα πύκνωσαν - ένα εκατομμύριο -
ώσπου η κρίσιμη αναβράζουσα μάζα ξεκόλλησε από το μαγνήτη

κάτω απ' τη γη. Οι νυχτερίδες άρχισαν να πετάγονται έξω -
να σκορπίζουν, σαν καπνός, σαν κύμα
κι αυτό κράτησε μισή ώρα, ένας ανοδικός χείμαρρος

από εκατομμύρια διαφορετικές νυχτερίδες.

[....]Οι νυχτερίδες είχαν πρόβλημα.

Με τις φτερούγες πάνω απ' τα κεφάλια τους σαν πτυσσόμενες ομπρέλες
βούτηξαν από ψηλά
ίσια πίσω στο σπήλαιο - ολόκληρο το σύννεφό τους.

Με απέραντο κουρελιασμένο σώμα το τζίνι
ξανάμπαινε στο λυχνάρι του. Σ' όλον το Νότο
η καταιγίδα άστραφτε και σερνόταν σαν πόλεμος.
Είχαν τα μάτια τους ανοιχτά, εκείνες οι νυχτερίδες. Σ' αντίθεση μ' εμάς
γνώριζαν πώς, και πότε, ν' αποσπαστούν
από τον έρωτα που κινεί τον ήλιο και τ' αστέρια.

Τεντ Χιουζ
(Edward James Hughes)


Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου

από το βιβλίο Τεντ Χιουζ, Γράμματα γενεθλίων
Εκδόσεις: Μελάνι, 2004
*
Φωτ: commons.wikimedia.org
Από την Αίθουσα των Γιγάντων, στα σπήλαια του Κάρλσμπαντ,
στο Νέο Μεξικό.

Ετικέτες , ,

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

62. Patrick MacGrath: Νέα Υόρκη



Η χρονιά της κρεμάλας

Όλη μου τη ζωή την έζησα στη Νέα Υόρκη. Και, παρότι ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας, θυμάμαι ακόμη την εποχή που όλα ήταν ξένοιαστα' τότε που το Μανχάταν ήταν γεμάτο αγροκτήματα και περιβόλια που ξεχείλιζαν γαλήνη. Τότε που, όπως έλεγαν, οι ταξιδιώτες οι οποίοι διέσχιζαν το Νάροουζ μπορούσαν να μυρίσουν το νησί, την ευωδιά από τα αγριολούλουδα και τα οπωροφόρα δέντρα του από το πλοίο ακόμη.

Η ίδια η πόλη απλωνόταν στα νότια: κτίρια φτιαγμένα από τούβλο, με τις οξυκόρυφες βαθμιδωτές στέγες τους, τακτοποιημένα το ένα δίπλα στο άλλο σε σκιερούς, λιθόστρωτους δρόμους γεμάτους δέντρα, σκεπές από κεραμίδι και ξύλο σε διάφορα χρώματα. Στις αποβάθρες μας συνωστίζονταν τεράστια εμπορικά πλοία από κάθε γωνιά του κόσμου και οι έμποροί μας πλούτιζαν, ενώ μαζί τους άνθιζαν ένα σωρό επαγγέλματα και τέχνες. Ο πατέρας μου, επιπλοποιός με σταθερή δουλειά και πελατεία στα χρόνια της ευημερίας, πέρασε δύσκολα μόνο όταν έκλεισε το λιμάνι. Λίγο αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό του Ουάσινγκτον και έφυγε για τα βόρεια, εκεί όπου τα στρατεύματα πολιορκούσαν τους Βρετανούς στην κατεχόμενη Βοστόνη. Το σπίτι μας βρισκόταν στη δυτική πλευρά της πόλης, στην οδό Λάμπερτ, πίσω από την παλιά εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Εμένα, πάντως, μου φαινόταν ότι ζούσαμε κάτω από τη σκιά της και αυτό γιατί, όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε να περιπλανιέμαι μοναχός ανάμεσα στις μισογερμένες ταφόπλακες, που σε κάποια σημεία παραβίαζαν τα όρια του κήπου πίσω από το σπίτι μας, εκεί όπου βρίσκονταν το κοτέτσι και τα ζαρζαβατικά τα οποία καλλιεργούσε η μαμά. Το αγαπούσα αυτό το σπίτι. Το είχε χτίσει ο μπαμπάς μου με τα ίδια του τα χέρια και, παρότι δεν ήταν παρά ένα ταπεινό σπιτάκι, στα παιδικά μου μάτια φάνταζε ολόκληρη έπαυλη. Στα βόρεια βρίσκονταν έλη και χωράφια, χαμηλοί γκρεμοί ορθώνονταν πάνω από την κοίτη του ποταμού και βάρκες για την αλιεία των στρειδιών έστεκαν δεμένες στις όχθες. Πάνω από την οδό Γουόρεν, τα βοσκοτόπια ήταν γεμάτα με κοπάδια από αγελάδες και το καλοκαίρι το χορτάρι έφτανε μέχρι τημέση σου. Στα νότια, το λιμάνι.. Πολλές φορές διασχίζαμε με τη μαμά το νησί, για να πάμε να δούμε τα μεγάλα πλοία να αγκυροβολούν στις αποβάθρες του Ιστ Ρίβερ.

Πάτρικ Μακ Γκράθ

Μετάφραση: Μαρία Παπαγιάννη

από το βιβλίο Νέα Υόρκη, Πόλη των φαντασμάτων
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2006
*
Φωτ: paulmcgeheeart.com (Old New York Harbor -
"The Gateway to the New World" by Paul McGehee)


Ετικέτες , , ,

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

61. Λέανδρος Παλαμάς: Μόντρεαλ


Άνοιξη στο Μοντρεάλ

Στης πεδιάδας την ολόχλωρη σκεπή
ένα πουλάκι τραγουδούσε μόνο'
ξένο τραγούδι, κ' η φωνή του αλαργινή,
όμως τον ίδιο μού γεννούσε πόνο.

Κάτου στο χόρτο, το πολύ-πολύ χλωρό,
ένα λουλούδι δίχως μύρο ανθούσε'
το αγνώριστο λουλούδι μέσα στον αγρό
την ίδια τη λαχτάρα μου ξυπνούσε.

Ποιος τόλπιζε σ'αυτούς εδώ στους βορεινούς
τόπους χλωρά ν'ανθούνε καλοκαίρια,
και για έρωτες τόσο, τόσο μακρυνούς,
των κοριτσιών να σμίγουνε τα ταίρια;

Ποιος τόλπιζε στου τόπου εδώ του αλαργινού
τα χλωρά τόσο, τόσο καλοκαίρια,
πως είναι ακόμα κι απ' τα χιόνια του βουνού
των κοριτσιών λευκότερα τα χέρια;

Ένα πουλάκι αόρατο, στην ξενιτειά,
στο χώμα κάτου εν' άγριο λουλούδι,
που άνθιζεν ύστερα από τόση χειμωνιά -
και του πουλιού ήταν πρώτο το τραγούδι...

Πιο πέρα, μες στου ποταμού την αγκαλιά,
ένα στενό μονόξυλο αρμενίζει,
ένα κορίτσι με πολύ ξανθά μαλλιά
μέσα στο κύμα το κουπί βυθίζει...

Πρωτόφαντα για μένα τάχα ήταν αυτά;
Κ' ήταν σαν ξένα που έτσι τ' αγαπούσα;
Ή με γυρίζαν πίσω, πίσω στα παλιά,
και τη σβησμένη τη ζωή μου ζούσα;

Τάχα της μνήμης ήταν ζωγραφιά γλυκειά;
Του αγνώριστου την όψη είχα αντικρύσει;
Ξένα ή δικά μου κι αν δεν ήταν όλα αυτά,
όμως τα μάτια εμένα είχαν δακρύσει,

στου τόπου πέρα, πέρα εκεί του βορεινού
που ανθούν έτσι χλωρά τα καλοκαίρια,
που κι απ' αυτούς είναι τους πάγους του βουνού
των κοριτσιών λευκότερα τα χέρια.

από την Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη (τόμος 2ος)
Έκδοση: Τα Νέα Ελληνικά, 1972

*
Φωτ: world66.com

Ετικέτες , ,

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

42. Pablo Neruda: Ίσλα Νέγρα


67

Του Νότου η μπόρα πέφτει πάνω απ' την Ίσλα Νέγρα
σα μια σταγόνα μόνη, διάφανη κι όλο βάρος,
τα κρύα του φύλλα ανοίγει να τη δεχτεί το πέλαγο,
κι η γη το υγρό μαθαίνει μιας κούπας πεπρωμένο.

Σ' ένα φιλί σου δώσ' μου, ψυχή μου, το γλυφό
νερό των τελευταίων μηνών, το μέλι της στεριάς,
την ευωδιά που μούσκεψαν χιλιάδες χείλη τ' ουρανού,
της θάλασσας την άγια υπομονή το χειμώνα.

Κάποιος μάς κράζει, ανοίγουν μοναχές τους οι πόρτες,
με τα τζάμια η βροχή βουερά κουβεντιάζει,
κατεβαίνει ο ουρανός αγγίζοντας τις ρίζες,

κι έτσι υφαίνει ξεϋφαίνει το ουράνιο δίχτυ η μέρα
με χρόνο, αλάτι, ψίθυρους, κατεβάσματα, δρόμους,
μια γυναίκα, έναν άντρα, το χειμώνα στη γη.

* * *

19

Ενώ ο μέγας αφρός της Ίσλα Νέγρα,
το άλας, ο ήλιος, στο κύμα σε μουσκεύουν,
εγώ παρατηρώ τα έργα της σφήκας,
ενέχυρο στου κόσμου της το μέλι.

Πάει κι έρχεται ζυγιάζοντας το ξανθό πέταγμά της
σαν να κυλούσε απάνω σ' ένα αόρατο σύρμα
του χορού την κομψότητα, της μέσης της τη δίψα
και τους φόνους που κάνει το φθονερό κεντρί της.

Πετρέλαιο και νεράντζι φτιάχνουν το ουράνιο τόξο της,
ψάχνει σαν αεροπλάνο μες στα χόρτα,
με σούσουρο σταχιού πετάει και χάνεται,

ενώ βγαίνεις εσύ γυμνή απ' το κύμα,
και στον κόσμο επιστρέφεις γεμάτη αλάτι κι ήλιο,
άγαλμα αστραφτερό, σπαθί της άμμου.

Πάμπλο Νερούδα

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου

από το βιβλίο Πάμπλο Νερούδα, Εκατό ερωτικά σονέτα
Εκδόσεις: Γνώση, 2001
*
Φωτ: astronomy.swin.edu.au
Το σπίτι του Πάμπλο Νερούδα στην Ίσλα Νέγρα, μια παραθαλάσσια

περιοχή της Χιλής, 45 χιλιόμετρα νοτίως του Βαλπαραΐσο.

Ετικέτες , , , ,

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

41. Jorge Luis Borges: Μπουένος Άιρες



Μπουένος Άιρες

Τι είναι το Μπουένος Άιρες;
Είναι η πλατεία Μαΐου όπου επιστρέφουν κουρασμένοι κι ευτυχισμένοι άντρες που τριγυρνούσαν πολεμώντας σε μια ολόκληρη ήπειρο.
Είναι ο τεράστιος λαβύρινθος, τα φώτα, που απλώνονται έτσι όπως χαμηλώνει το αεροπλάνο και από κάτω του οι ταράτσες, οι αυλές, τα πεζοδρόμια, τα απλά πράγματα.
Είναι ο τοίχος του νεκροταφείου Ρεκολέτα, όπου έστησαν κι εκτέλεσαν κάποιον μου πρόγονο.
Είναι ένα μεγάλο δέντρο στην οδό Χουνίν που, δίχως να το ξέρει, μας δίνει ίσκιο και δροσιά.
Είναι ένας δρόμος μακρύς με χαμηλά σπιτάκια, που σβήνει κι ομορφαίνει μες στο δειλινό.
Είναι η Νότια Προβλήτα, εκεί που σαλπάρανε έναν καιρό ο Κρόνος και ο Κόσμος.
Είναι το πεζοδρόμιο στην οδό Κιντάνα, όπου ο πατέρας μου, που ήταν τυφλός, έκλαψε όταν είδε τα πανάρχαια άστρα.
Είναι μια πόρτα με αριθμό, που πίσω της πέρασα ακίνητος δέκα μερόνυχτα μες στο σκοτάδι, δέκα μερόνυχτα που τώρα πια στη μνήμη μου δεν είναι ούτε μια στιγμή.
[....]
Είναι, μέσα στην άδεια νύχτα, κάποια γωνιά του Όνσε, όπου ο Μασεδόνιο Φερνάντες, πεθαμένος τώρα πια, μου εξηγούσε πως ο θάνατος είναι μια πλάνη.
Φτάνει ως εδώ' αυτά είναι πράγματα εντελώς προσωπικά, είναι ακριβώς αυτά που είναι, για να 'ναι και το Μπουένος Άιρες μαζί.
Το Μπουένος Άιρες είναι ο παραδίπλα δρόμος, εκείνος που δεν πέρασα ποτέ, είναι τα βάθη τα κρυφά της κάθε γειτονιάς, είναι οι μεσαυλές, είναι αυτό που κρύβουν οι προσόψεις, είναι ο εχθρός μου, αν έχω εχθρό, είναι αυτός που δεν τ' αρέσουνε οι στίxοι μου (ούτε κι εμένα δεν μ' αρέσουν), εκείνο το απόμερο βιβλιοπωλείο που ίσως μπήκαμε καμιά φορά και τώρα το 'xουμε ξεxάσει, είναι αυτή η γοητεία ενός τραγουδιού παλιού, που κάποιος έξω το σιγοσφυρίζει και δεν μπορείς αμέσως να το θυμηθείς κι όμως κάπου σ' αγγίζει, είναι αυτό που χάθηκε κι εκείνο που θα 'ρθεί, είναι αυτό που βρίσκεται μακριά, αυτό που ανήκει σ' άλλους, κάτι που στρίβει τη γωνιά, η γειτονιά μας που δεν είναι ούτε δική σου ούτε δική μου, εκείνο που δεν ξέρουμε κι εκείνο που αγαπάμε.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

από το βιβλίο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Το εγκώμιο της σκιάς
Εκδόσεις: ύψιλον, 1999

*
Φωτ: last.fm
Η Λεωφόρος της 9ης Ιουλίου στο Μπουένος Άιρες

Ετικέτες , , ,

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

40. Federico García Lorca: Κούβα


Ο ποιητής φτάνει στην Αβάνα
Στον Don Fernando Ortiz

Νέγρικο τραγούδι στην Κούβα

Όταν θα 'ρθει το φεγγάρι τ' ολόγιομο θα πάω στο Σαντιάγο της Κούβας,
θα πάω στο Σαντιάγο μεσ' σ' ένα αμάξι από μαύρο νερό.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Θα τραγουδούν οι στέγες από φοινικόκλαδα.
θα πάω στο Σαντιάγο.
Όταν ο φοίνικας θα θέλει να 'ναι πελαργός,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Όταν θα θέλει μέδουσα να 'ναι η μπανανιά,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Θα πάω στο Σαντιάγο
με το ξανθό κεφάλι του Φονσέκα.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Και με του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας το ρόδο
θα πάω στο Σαντιάγο.
Χάρτινη θάλασσα κι ασήμι νομισμάτων,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Ω Κούβα! Ω ρυθμέ στεγνής σποράς!
θα πάω στο Σαντιάγο.
Ω ζώνη ζεστή και ξύλινη σταγόνα!
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Άρπα από ζωντανούς δέντρων κορμούς. Καΐμάν. Καπνόφυτου λουλούδι.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Πάντα μου το 'λεγα πως θενά πάω στο Σαντιάγο
πάνω σ' ένα αμάξι από μαύρο νερό.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Αέρι κι αλκοόλ στους τροχούς,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Κοράλι μου μέσ' στο σκοτάδι,
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Η θάλασσα πνιγμένη μεσ' στην άμμο,
θα πάω στο Σαντιάγο.
Λευκή ζεστασιά. Νεκρέ καρπέ.
Θα πάω στο Σαντιάγο.
Ω βοδινή φρεσκάδα στις φυτείες των καλαμιών!
Ω Κούβα! Ω καμπύλη αναστεναγμού και λάσπης!
θα πάω στο Σαντιάγο.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Απόδοση: Κώστας Ζαρούκας

από το βιβλίο Λόρκα, Σκόρπια Ποιήματα σε παρουσίαση
και επιμέλεια Έλλης Αλεξίου
Εκδόσεις: Μέρμηγκας, 1975

*
Φωτ: liorkaridi.com
Santiago de Cuba, η πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας
της Κούβας, στην νοτιοανατολική πλευρά του νησιού.

Ετικέτες , , ,

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

39. Frank O' Hara: Νέα Υόρκη


Βήματα

Πόσο αστεία είναι σήμερα η Νέα Υόρκη
σαν την Τζίντζερ Ρότζερς στο Σουίνγκταϊμ
και το καμπαναριό του Σεντ Μπρίτζετ που γέρνει λίγο αριστερά
μόλις σηκώθηκα απ' ένα κρεβάτι χορτασμένος από μέρες της Νίκης
(είχα βαρεθεί τις μέρες της Απόβασης) κι εσύ ακόμα γαλανή
με δέχεσαι ανόητο κι ελεύθερο.
Tο μόνο που θέλω είναι ένα δωμάτιο εκεί ψηλά
κι εσένα μέσα.
Aκόμα και το στοπ της κυκλοφορίας τις ώρες αιχμής
είναι ένας τρόπος για να τρίβονται μεταξύ τους οι άνθρωποι
κι όταν τα χειρουργικά τους όργανα αγκαλιαστούν
να μείνουν έτσι
για την υπόλοιπη ημέρα (τι μέρα).
Πάω να ελέγξω ένα σλάιντ και λέω
αυτός ο πίνακας δεν είναι τόσο γαλάζιος.

Που είναι η Λάνα Τέρνερ
βγήκε για φαγητό
και η Γκάρμπο είναι στα παρασκήνια του Μετροπόλιταν,
όλοι βγάζουν τα παλτά τους
κι έτσι μπορούν να δείξουν ένα θώρακα στους θωρακοθεατές'
και το πάρκο είναι γεμάτο χορευτές με τα κολάν και τα παπούτσια τους
μέσα σε μικρές τσάντες
που συχνά τους περνούν για εξωτερικούς εργάτες
του τμήματος Υ στο Γουέστ Σάιντ
γιατί όχι;
H ομάδα Πάιρετς του Πίτσμπουργκ ξεφωνίζει γιατί νίκησε
και κατά κάποιο τρόπο νικάμε όλοι
Είμαστε ζωντανοί.
Tο διαμέρισμα άδειασε απ’ το χαρούμενο ζευγάρι
που πήγε για πλάκα στην εξοχή
έφυγαν μια μέρα νωρίτερα,
ακόμα και τα μαχαιρώματα κάνουν καλό στην πληθυσμιακή έκρηξη
αν και σε λάθος χώρα,

κι όλοι εκείνοι οι ψεύτες έφυγαν από τον ΟΗΕ,
το κτίριο Σίγκραμ δεν είναι πλέον πόλος έλξης,
όχι πως χρειαζόμαστε ένα ποτό (απλά μας αρέσει)

και η μικρή κούτα είναι έξω στο πεζοδρόμιο
δίπλα στο μπακάλικο
κι έτσι ο γέρος μπορεί να καθίσει να πιει τη μπύρα του
κι αργότερα η γυναίκα του θα τον πετάξει έξω απ’ το σπίτι
καθώς ο ήλιος θα λάμπει ακόμα

ω θεέ είναι υπέροχο
να σηκώνομαι απ' το κρεβάτι
και να πίνω τόσο πολύ καφέ
και να καπνίζω τόσα πολλά τσιγάρα
και να σ' αγαπώ τόσο πολύ.

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα
Εκδόσεις: Ηριδανός, 2007


* * *


Νυχτερινό

Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
από το να αισθάνομαι άσχημα
και να μην μπορώ να σου το πω.
Όχι γιατί θα με σκότωνες
ή θα σε σκότωνε ή γιατί
δεν αγαπιόμαστε πολύ.
Είναι η απόσταση. Ο ουρανός είναι γκρι
και καθαρός, με ροζ και
μπλε σκιές κάτω από κάθε σύννεφο.
Ένα μικροσκοπικό αεροπλάνο ρίχνει
τη σκιά του στο κτήριο του ΟΗΕ.
Τα μάτια μου, όμοια με εκατομμύρια
γυάλινες πλατείες, απλά αντικατοπτρίζουν.
Κάθε τι βλέπει μέσα από μένα,
στη διάρκεια της μέρας καίγομαι
τη νύχτα κρυώνω' είμαι χτισμένος
με λάθος τρόπο ως προς
το ποτάμι και μια ήπια καταιγίδα
θα έσπαγε την κάθε μου ίνα.
Γιατί δεν κατευθύνομαι ανατολικά και δυτικά
αντί για βόρεια και νότια;
Είναι σφάλμα του αρχιτέκτονα.
Και σε λίγα χρόνια θα είμαι
άχρηστος, ούτε καν ένα κτίριο
γραφείων. Γιατί δεν έχεις
τηλέφωνο και μένεις τόσο
μακριά' το σήμα της Pepsi,
οι γλάροι κι ο θόρυβος.

Φρανκ Ο' Χάρα

Μετάφραση: Ρήγας Κούπα

από την ανθολογία Η Έλξη των Ομωνύμων
Εκδόσεις: Οδυσσέας, 2005

*
Φωτ: iqholidays.com και www.una-westtriangle.org
(στην δεύτερη, το κτίριο του ΟΗΕ)


Ετικέτες , ,

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

24. Jorge Luis Borges: Κέιμπριτζ


Κέμπριτζ

ΝΕΑ Αγγλία, ξημερώματα.
Στρίβω την οδό Κρέιγκι.
Σκέφτομαι (το 'χω ξανασκεφτεί)
ότι το όνομα Κρέιγκι είναι σκοτσέζικο
κι ότι η λέξη κράγκ έχει κέλτικη προέλευση.
Σκέφτομαι (το 'χω ξανασκεφτεί)
πως τούτος ο χειμώνας περιέχει όλους τους χειμώνες
όλων εκείνων που έγραψαν
ότι ο δρόμος είναι προκαθορισμένος
κι ότι ανήκουμε ήδη στον Έρωτα ή τη Φωτιά.
Το χιόνι, το πρωί, οι κόκκινοι τοίχοι
ίσως να 'ναι κάποιες μορφές της ευτυχίας,
εγώ έρχομαι όμως από πολιτείες άλλες
όπου τα χρώματα είναι αχνά
και όπου, καθώς πέφτει το βράδυ, μια γυναίκα
θα ποτίζει τα λουλούδια της αυλής.
Σηκώνω τα μάτια και σκορπίζει η ματιά μου στο απόλυτο γαλάζιο.
Κάπου πέρα θα είναι τα δέντρα του Λονγκφέλοου
και το νυσταλέο αεικίνητο ποτάμι.
Ψυχή στους δρόμους, κι όμως δεν είναι Κυριακή.
Δεν είναι καν Δευτέρα,
ή μέρα πού μας δίνει την ψευδαίσθηση κάποιας αρχής.
Δεν είναι Τρίτη,
η μέρα που κυριαρχεί ο κόκκινος πλανήτης.
Δεν είναι Τετάρτη,
η μέρα εκείνου του θεού των λαβυρίνθων
που στο Βορρά τον έλεγαν Οντίν.
Δεν είναι ούτε Πέμπτη,
η μέρα πού προδιαγράφει κιόλας την Κυριακή.
Δεν είναι Παρασκευή,
η μέρα της θεάς που στα δάση
συμπλέκει τα κορμιά των εραστών.
Δεν είναι ούτε Σάββατο.
Τούτη η μέρα δεν ανήκει στον διαδοχικό χρόνο
παρά μονάχα στα φασματικά βασίλεια της μνήμης.
Όπως στα όνειρα,
πίσω από τις μεγάλες πόρτες δεν υπάρχει τίποτα,
ούτε καν το κενό.
Όπως στα όνειρα,
πίσω απ' το πρόσωπο που μας κοιτάει δεν υπάρχει κανείς.
Κορόνα δίχως γράμματα σ' ένα κέρμα
με μια μόνο όψη, τα πράγματα.
Αυτά τα τιποτένια πράγματα είναι όλα κι όλα
τα όσα μας αφήνει στη ροή του ο χρόνος.
Είμαστε η ίδια μας η μνήμη,
εκείνο το χιμαιρικό μουσείο των μορφών που τρεμοπαίζουν,
ένας σωρός καθρέφτες θρυμματισμένοι.

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

από το βιβλίο Το εγκώμιο της σκιάς
Εκδόσεις: ύψιλον/βιβλία, 1999
*
Φωτ: cambridgema.gov


* * *
Cambridge

Nueva Inglaterra y la mañana.
Doblo por Craigie.
Pienso (yo lo he pensado)
que el nombre Craigie es escocés
y que la palabra crag es de origen celta.
Pienso (ya lo he pensado)
que en este invierno están los antiguos inviernos
de quienes dejaron escrito
que el camino esta prefijado
y que ya somos del Amor o del Fuego.
La nieve y la mañana y los muros rojos
pueden ser formas de la dicha,
pero yo vengo de otras ciudades
donde los colores son pálidos
y en las que una mujer, al caer la tarde,
regará las plantas del patio.
Alzo los ojos y los pierdo en el ubicuo azul.
Más allá están los árboles de Longfellow
y el dormido río incesante.
Nadie en las calles, pero no es un domingo.
No es un lunes,
el día que nos depara la ilusión de empezar.
No es un martes,
el día que preside el planeta rojo.
No es un miércoles,
el día de aquel dios de los laberintos
que en el Norte fue Odin.
No es jueves,
el día que ya se resigna al domingo.
No es un viernes,
el día regido por la divinidad que en las selvas
entreteje los cuerpos de los amantes.
No es un sábado.
No está en el tiempo sucesivo
sino en los reinos espectrales de la memoria.
Como en los sueños
detrás de las altas puertas no hay nada,
ni siquiera el vacío.
Como en los sueños,
detrás del rostro que nos mira no hay nadie.
Anverso sin reverso,
moneda de una sola cara, las cosas.
Esas miserias son los bienes
que el precipitado tiempo nos deja.
Somos nuestra memoria,
somos ese quimérico museo de formas inconstantes,
ese montón de espejos rotos.


Ετικέτες , , ,

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

13. Pablo Neruda: Μάτσου Πίτσου


Ψηλώματα του Μάτσου Πίτσου
(απόσπασμα)

IV
Τότε ανέβηκα μόνος της γης τα σκαλοπάτια
μέσ' απ' την άγρια ζούγκλα των σκοτεινών δρυμώνων
ως εσέ Μάτσου Πίτσου.

Πόλη αψηλή από σκαλωτές κοτρόνες,
στο τέλος σπίτι εκείνου που το γήινο
δεν έκρυψε στα κοιμισμένα ρούχα.
Σ' εσέ σαν δυο παράλληλες γραμμές,
του ανθρώπου και της αστραπής το λίκνο
κουνιώνταν σ' έναν άνεμο απ' αγκάθια.

Πέτρινη μάνα, αφρέ του κόνδορα.
Θαλασσόβραχε της ανθρώπινης αυγής.
Φτυάρι χαμένο μες στην πρώτη άμμο.

Αυτό ήτανε το σπίτι, αυτός ο τόπος'
εδώ ανεβήκαν τα χοντρά σπυριά απ' το καλαμπόκι
και ξανακατεβήκαν σαν κόκκινο χαλάζι.
Εδώ το χρυσό νήμα βγήκε από τη βικούνια
να νιώσει τις αγάπες, τα μνήματα, τις μάνες,
το βασιλιά, τις προσευχές, τους πολεμάρχους.

Τα πόδια εδώ τ' ανθρώπου νύχτα ξεκουραστήκαν
δίπλα στ' αετού τα πόδια, στις ψηλές σαρκοφάγες
φωλιές, και μες στη χαραυγή
πάτησαν με τα πόδια του κεραυνού τη σκόρπια αντάρα,
κι αγγίξανε το χώμα και τις πέτρες
ώσπου να τις γνωρίσουν μες στη νύχτα ή στο θάνατο.

Θωρώ τα ρούχα και τα χέρια
του νερού το σινιάλο στην ηχηρή πηγάδα,
το ντουβάρι που απάλυνε τ' άγγιγμα ενός προσώπου
που είδε με τα δικά μου μάτια τις γήινες λάμπες
που με τα δυο μου λάδωσε χέρια τ' αφανισμένα
ξύλα, γιατί τα πάντα: ρούχα, πετσιά, κανάτια,
λόγια, κρασιά, καρβέλια
σωριάστηκαν στη γη.

Κι ο αγέρας μπήκε με λεμονανθού
δάχτυλα πάνω από τους κοιμισμένους:
χιλιάδες χρόνια, μήνες, βδομάδες από αγέρα,
από άνεμο γαλάζιο κι οροσειρά όλο ατσάλι,
που πέρασαν σαν απαλές νεροποντές βημάτων
το ερημικό λημέρι γυαλίζοντας της πέτρας.

XII
Ανέβα, αδέρφι, να γεννηθείς μαζί μου.
Δωσ' μου το χέρι μεσ' απ' τη βαθιά
ζώνη του διάσπαρτου καημού σου.
Δεν θα επιστρέψεις στον πάτο των βράχων.
Δεν θα επιστρέψεις απ' τον υπόγειο χρόνο.
Δεν θα επιστρέψει η βραχνιασμένη φωνή σου.
Δεν θα επιστρέψουν τα τρυπημένα σου μάτια.
... ... ...
(απ' το Οικουμενικό τραγούδι)

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου

από την Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής
Εκδόσεις Γνώση, 1987
*
Φωτ: travelculturemag.com
Το Machu Picchu, η "χαμένη πόλη των Ίνκας"
στο Περού, που ανακαλύφθηκε το 1911. Στην
οροσειρά των Άνδεων, σε υψόμετρο 2430 μέτρων.

Ετικέτες , , , ,

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

12. Néstor Latrónico: Μπουένος Άιρες


Άντρες στο Μπουένος Άιρες

Χόρεψα πολλά ταγκό στα σκοτεινά
με τους καλύτερους χορευτές
αστερόσκονη έπεφτε πάνω μου
ανάμεσα σε δελφίνια κολυμπούσα
όλα ήταν σκοτεινά εκτός από τους αναστεναγμούς
το ευτυχισμένο λαχάνιασμα
το καυτό ή φευγαλέο χάδι
τις λέξεις του ταγκό ψιθυρισμένες στ' αφτί
όλα ήταν σκοτεινά εκτός από τα βογγητά
το μεθυσμένο στόμα
το νεύμα που προσκαλεί
τη βιαστική γουλιά που τρέχει από τα χείλη
χόρεψα τους καλύτερους ρυθμούς
σχεδόν κατά το κέφι μου
με όποιον με θέλησε
ή με όποιον θέλησα βουτηγμένος στον ιδρώτα
μέχρι την παράδοση χωρίς να γνωρίζω
από πού είχε έρθει
-τα πάντα δέρμα ζέστη βογγητό-
χόρεψα στο σκοτάδι το καλύτερο ταγκό
-το μοναδικό-
μέχρι να αισθανθώ τη λαχτάρα της μέρας
κι επέστρεψα στο χάραμα
χορεύοντας στη βροχή
μυρίζοντας στα χέρια μου
ένα άρωμα από φρούτα.

Μετάφραση: Ρήγας Κούπα

από την Ανθολογία Ομοερωτικών Ποιημάτων
Η Έλξη των Ομωνύμων
Εκδόσεις: Οδυσσέας, 2005
*
Φωτ: imgkid.com
Μπουένος Άιρες, Αργεντινή: H ιστορική

λεωφόρος "Avenida de Mayo"

Ετικέτες , ,

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

11. Ai: Κούβα


Κούβα, 1962

Όταν ο πετεινός πηδάει στο πρεβάζι
κι απλώνει τα κοκκινόχρυσα φτερά του
ξυπνάω νομίζοντας πως είναι ο ήλιος
και φωνάζω τη Χουανίτα, την ακούω ν' απαντάει,
μα μόνο μες στο νου μου.
Ξέρω είναι κιόλας έξω,
σπάζοντας το καλάμι από τη ρίζα του
χρησιμοποιώντας μόνο τα μεγάλα χέρια της.
Παίρνω το μπαλταδάκι και περπατώ μες στα ζαχαροκάλαμα,
ως να τη δω ξαπλωμένη μπρούμυτα μες στη λάσπη.

Χουανίτα, νεκρή έτσι μες στο πρωί.
Υψώνω το μπαλταδάκι
—ό,τι παίρνω από τη γη τής το δίνω πίσω—
και κόβω τα πόδια της.
Σηκώνω το σώμα και το κουβαλάω στο κάρο
όπου φορτώνω τη ζάχαρη και την πουλάω στη «χώρα».
Όποιος γευτεί τη γυναίκα μου στην καραμέλα του, στο γλυκό του
δοκιμάζει κάτι γλυκύτερο απ' αυτό το ζαχαροκάλαμο:
είναι η θλίψη.
Αν πολυφάς, κι άλλο ζητάς,
ποτέ σου δε χορταίνεις.

Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

από το βιβλίο Σύγχρονοι Αμερικανοί ΠοιητέςΕκδόσεις: ύψιλον/βιβλία, 1983
*
Φωτ: tour2cuba.com
Κούβα, η Κοιλάδα των Ζαχαρουργείων - Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO

Ετικέτες , ,

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

10. Hart Crane: Νέα Υόρκη - Η γέφυρα του Μπρούκλιν


H γέφυρα του Μπρούκλυν

Πόσα ξημερώματα, παγωμένα απ' το πλάγιασμα στα κύματα
τα φτερά του γλάρου θα βουτούν και ψηλά θα τον πηγαίνουν
σκορπώντας λευκούς κρίκους θορύβου, δημιουργώντας ψηλά
πάνω απ' τα νερά του αλυσοδεμένου κόλπου Ελευθερία.

Μετά μ' αβίαστη στροφή τα μάτια μάς αφήνουν
σαν οπτασίες ταξιδιών στη θάλασσα
σε μια σελίδα με εικόνες που φυλάξαμε
ώσπου ανελκυστήρες μας απορρίξουν απ' τη μέρα μας.

Σκέφτομαι τα σινεμά, τα φανταστικά τεχνάσματα
με κόσμο αμέτρητο να σκύβει στη λαμπρή οθόνη
τεχνάσματα αφανέρωτα που ξαναγίνονται γοργά
πάνω στην ίδια την οθόνη, μπροστά σε άλλα μάτια.

Κι εσύ, αντίκρυ στο λιμάνι με ασημένια βήματα
λες και ο ήλιος από σένα δανείστηκε το βήμα του,
άφησε όμως κάποια κίνηση αξόδευτη μες στο δικό σου βήμα -
Βαστώντας σιωπηλά τη δική σου Ελευθερία!

Απ' τον υπόγειο, την κάμαρα ή τη σοφίτα
κάποιος τρελός ρίχνεται από το στηθαίο σου,
γέρνει εκεί για μια στιγμή με βαρυμένη ανάσα
και πέφτει ίδια μ' αστείο που ηχεί από άφωνο καραβάνι.
... ... ...
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα
Εκδόσεις: Ηριδανός, 2007
*
Φωτ: wirednewyork.com

Ετικέτες , , ,