λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

24. Jorge Luis Borges: Κέιμπριτζ


Κέμπριτζ

ΝΕΑ Αγγλία, ξημερώματα.
Στρίβω την οδό Κρέιγκι.
Σκέφτομαι (το 'χω ξανασκεφτεί)
ότι το όνομα Κρέιγκι είναι σκοτσέζικο
κι ότι η λέξη κράγκ έχει κέλτικη προέλευση.
Σκέφτομαι (το 'χω ξανασκεφτεί)
πως τούτος ο χειμώνας περιέχει όλους τους χειμώνες
όλων εκείνων που έγραψαν
ότι ο δρόμος είναι προκαθορισμένος
κι ότι ανήκουμε ήδη στον Έρωτα ή τη Φωτιά.
Το χιόνι, το πρωί, οι κόκκινοι τοίχοι
ίσως να 'ναι κάποιες μορφές της ευτυχίας,
εγώ έρχομαι όμως από πολιτείες άλλες
όπου τα χρώματα είναι αχνά
και όπου, καθώς πέφτει το βράδυ, μια γυναίκα
θα ποτίζει τα λουλούδια της αυλής.
Σηκώνω τα μάτια και σκορπίζει η ματιά μου στο απόλυτο γαλάζιο.
Κάπου πέρα θα είναι τα δέντρα του Λονγκφέλοου
και το νυσταλέο αεικίνητο ποτάμι.
Ψυχή στους δρόμους, κι όμως δεν είναι Κυριακή.
Δεν είναι καν Δευτέρα,
ή μέρα πού μας δίνει την ψευδαίσθηση κάποιας αρχής.
Δεν είναι Τρίτη,
η μέρα που κυριαρχεί ο κόκκινος πλανήτης.
Δεν είναι Τετάρτη,
η μέρα εκείνου του θεού των λαβυρίνθων
που στο Βορρά τον έλεγαν Οντίν.
Δεν είναι ούτε Πέμπτη,
η μέρα πού προδιαγράφει κιόλας την Κυριακή.
Δεν είναι Παρασκευή,
η μέρα της θεάς που στα δάση
συμπλέκει τα κορμιά των εραστών.
Δεν είναι ούτε Σάββατο.
Τούτη η μέρα δεν ανήκει στον διαδοχικό χρόνο
παρά μονάχα στα φασματικά βασίλεια της μνήμης.
Όπως στα όνειρα,
πίσω από τις μεγάλες πόρτες δεν υπάρχει τίποτα,
ούτε καν το κενό.
Όπως στα όνειρα,
πίσω απ' το πρόσωπο που μας κοιτάει δεν υπάρχει κανείς.
Κορόνα δίχως γράμματα σ' ένα κέρμα
με μια μόνο όψη, τα πράγματα.
Αυτά τα τιποτένια πράγματα είναι όλα κι όλα
τα όσα μας αφήνει στη ροή του ο χρόνος.
Είμαστε η ίδια μας η μνήμη,
εκείνο το χιμαιρικό μουσείο των μορφών που τρεμοπαίζουν,
ένας σωρός καθρέφτες θρυμματισμένοι.

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

από το βιβλίο Το εγκώμιο της σκιάς
Εκδόσεις: ύψιλον/βιβλία, 1999
*
Φωτ: cambridgema.gov


* * *
Cambridge

Nueva Inglaterra y la mañana.
Doblo por Craigie.
Pienso (yo lo he pensado)
que el nombre Craigie es escocés
y que la palabra crag es de origen celta.
Pienso (ya lo he pensado)
que en este invierno están los antiguos inviernos
de quienes dejaron escrito
que el camino esta prefijado
y que ya somos del Amor o del Fuego.
La nieve y la mañana y los muros rojos
pueden ser formas de la dicha,
pero yo vengo de otras ciudades
donde los colores son pálidos
y en las que una mujer, al caer la tarde,
regará las plantas del patio.
Alzo los ojos y los pierdo en el ubicuo azul.
Más allá están los árboles de Longfellow
y el dormido río incesante.
Nadie en las calles, pero no es un domingo.
No es un lunes,
el día que nos depara la ilusión de empezar.
No es un martes,
el día que preside el planeta rojo.
No es un miércoles,
el día de aquel dios de los laberintos
que en el Norte fue Odin.
No es jueves,
el día que ya se resigna al domingo.
No es un viernes,
el día regido por la divinidad que en las selvas
entreteje los cuerpos de los amantes.
No es un sábado.
No está en el tiempo sucesivo
sino en los reinos espectrales de la memoria.
Como en los sueños
detrás de las altas puertas no hay nada,
ni siquiera el vacío.
Como en los sueños,
detrás del rostro que nos mira no hay nadie.
Anverso sin reverso,
moneda de una sola cara, las cosas.
Esas miserias son los bienes
que el precipitado tiempo nos deja.
Somos nuestra memoria,
somos ese quimérico museo de formas inconstantes,
ese montón de espejos rotos.


Ετικέτες , , ,