λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

129. Σαΐγκιο: Ιράκο

Image and video hosting by TinyPic
Πλάι πλάι
φτάνουν οι ψαρόβαρκες
στον κάβο του Ιράκο,
χτυπώντας πάνω στου βοριά
τα κύματα.

Saigyô
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

από την Ανθολογία Ιαπωνικής Ποίησης
Εκδόσεις: Ροές, 2002
*

Φωτ: του Thomas Prinz, από το panoramio.com

Ετικέτες , ,

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

98. Διδώ Σωτηρίου: Σμύρνη


H Σμύρνη

Ώρες ολόκληρες τριγύριζα μέσα στα μπεζεστένια και στα σοκάκια της Σμύρνης, ίσαμε που με βρήκε η νύχτα. Εργάτες με μακριά ραβδιά ανάβανε τα φανάρια του γκαζιού. Ομορφοστολισμένες κυράδες κατεβαίνανε με τις καρότσες τους για τις Λέσχες, τα προβέγγερα και τις "γιαβάν σουπέδες". Κοπέλες ξεντεκολτεδιασμένες, μελαψές και πεταχτές σεργιανούσανε, γελούσανε, κορτάρανε. Ζευγάρια εύθυμα αγοράζανε λουλούδια. Στα καφενεία παίζανε μουσικές, τραγουδούσανε πολιτάκια και γκαρσόνια πηγαινοφέρνανε δίσκους με καραφάκια και μεζέδες. Η προκυμαία μοσχοβολούσε ούζο, αγγουράκι, τηγανητό κρέας και θαλασσινά. Μασουλίζανε οι καθιστοί και οι σουλατσαδόροι, σπόρους, τσεμπλεμπούδες, παγωμένα αμύγδαλα, λιμπινάρια, και και γλασσάδες και ζαχαρωτα και γλειφιτσούρια.

Τα σπίτια, ακόμα και στους απόμακρους μαχαλάδες, ανοιχτά, συντροφεμένα. Στις πόρτες καθισμένες φαμελιές είχαν στρωμένο εύθυμο λακιρντί. Δεν μου 'κανε καρδιά να πάω για ύπνο. Είχα μόλις γνωριστεί με τη Σμύρνη και μου φαινότανε πως γεννήθηκα κι έζησα εδώ τα δεκάξι χρόνια της ζωής μου. Όταν έπεσα να κοιμηθώ, στριφογύριζα και της μίλαγα σαν ερωτευμένος. "Είσαι όμορφη, το ξέρεις; Είσαι πολύ όμορφη!"

Από Το Δέντρο - τχ. 53/54
Ιούνιος 1990
*
Φωτ: compete-youth.eu

Ετικέτες , ,

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

97. Ιωσήφ Νονεσβίλι: Σιγνάχι


Όποιος δεν είδε

Το Σιγνάχι αν δεν έχεις δει
-Τις γέρικες σκεπές ο ήλιος να χαϊδεύει-
Μην πεις πως ξέρεις του Καχέτι της γητειές
Την πόλη μου με μάγια που στολίζουν.

Αν κάτω απ' τα κάστρα τα ψηλά ποτέ
Δεν ξάπλωσες αποσταμένος
Αν το δροσερό αεράκι που φυσάει απ' τ' Αλαζάνι
Δεν σ' έσφιξε στην αγκαλιά του
Αν πάνω στο Γκομπόρι δεν είδες
Να πλαταγίζουνε τα λάβαρα σύννεφα -
Δεν ξέρεις πως ο τόπος αυτός
Είναι ο κήπος του ονείρου.

Αν δίπλα στο μύλο του Σιγνάχι
Νύχτες λευκές δεν γνώρισες
Αν δεν σε ξύπνησαν στο Γκομπόρι
Αυλοί από πορτοκαλένιο ήλιο
Το φασιανό αν δεν ξέρεις
Και του αγριόγαλου τη φωνή -
Μην πεις πως ξέρεις
Της πατρίδας μου το φως.

Εάν δεν είδες τις επάλξεις
Στόχοι από χτυπήματα σημαδεμένοι
Εκεί όπου ζουν ακόμη
Των προγόνων μας οι ανίκητες ψυχές
Τους δρόμους πλεγμένους στα μπαλκόνια
Τα σταφύλια που η ευωδιά τους γεμίζει το κεφάλι
Μην πεις πως γνωρίζεις του Καχέτι
Ολάκερη τη χάρη.

Το Σιγνάχι αν δεν έχεις δει
-Τις γέρικες σκεπές ο ήλιος να χαϊδεύει-
Μην πεις πως ξέρεις του Καχέτι τις γητειές
Την πόλη μου με μάγια που στολίζουν.
1967

Iosif Noneshvili (იოსებ ნონეშვილი)

Μετάφραση: Άνι Τσικοβάνι
Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Νόλλας

από το βιβλίο Ανθολογία Γεωργιανής Ποίησης
Εκδόσεις: Καστανιώτη, 2002
*
Φωτ: flickr.com by Valeri Elashvili

Δρόμος της μικρής πόλης Σιγνάχι (Signagkhi) της Γεωργίας.
Ανατολικά στην περιοχή Καχέτι, προς τα σύνορα με το Αζερμπαϊτζάν.


Ετικέτες , ,

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

95. Νίκος Κάσδαγλης: Ιαπωνία


Η Μαρία περιηγείται τη μητρόπολη των νερών

Η Μαρία πηδούσε ανάλαφρη στα βράχια που σκαρφάλωναν τη ράχη πέρα από τα καλλιεργημένα χωράφια. Πίσω τους, μακριά, οι ουρανοξύστες κι ο γυαλιστερός δρόμος με τα μικροσκοπικά αυτοκίνητα. Από τόσο μακριά δε μοιάζανε βιαστικά.

Ο Γάλλος την άρπαξε από το χέρι.
- Διάβολε! είπε λαχανιασμένος. Νόμιζα πως θα σε πρόφταινα.
- Δεν αξίζει να προσπαθήσεις;
- Είσαι ανάλαφρη σαν ηλιαχτίδα! ο ήλιος παίζει στα μαλλιά σου.
- Θέλω να δω το Φούτζι. Πίσω από τούτη την κορφή. Θα φανεί, είμαι σίγουρη.
- Εγώ είμαι σίγουρος πως έχω λαχανιάσει.

Πήρε την κοπέλα στην αγκαλιά του και τη φίλησε, και κείνη δέχτηκε το φιλί με μάτια κλειστά και μια έκφραση ευτυχισμένη στο πρόσωπο. Μα όταν τ' αγόρι έγινε απαιτητικό, του ξέφυγε γελώντας.
- Το κάθε τι στην ώρα του. Τώρα θέλω να σκαρφαλώσω σε τούτη την κορφή. Δε θα μου κάμεις το χατίρι;

Ξαναπήραν τον ανήφορο, τ' αγόρι προχώρησε μπροστά και βοηθούσε τη Μαρία στις δύσκολες μεριές, κι η κοπέλα δεχόταν τη βοήθεια μ' όλη τη σβελτάδα της, κι αντιγύριζε την τρυφεράδα που της έδειχνε.

Στην κορφή σταθήκαν αγκαλιασμένοι. Πέρα μακριά, χαμένη στην απόσταση, φαινότανε μια άσπρη σκούφια. Δεν έμοιαζε ν' ακουμπάει στη γη, σαν σύννεφο. Από μακριά το βουνό μπερδευότανε με τον ουρανό, ξεχώριζε μόνο η χιονισμένη κορυφή.

Η Μαρία χτύπησε τα χέρια.
- Είναι το Φούτζι! Κοίταξε, όμορφο που είναι!
- Εσύ είσαι όμορφη.

Του χαμογέλασε.

Από το βιβλίο Η Μαρία περιηγείται τη μητρόπολη των νερών
Εκδόσεις: Κέδρος, 1982
*
Φωτ: giantbomb.com
Tο βουνό Φούτζι (Φουτζιγιάμα), το μεγαλύτερο
της Ιαπωνίας (3,776 μ.), 100 χλμ. νοτιοδυτικά
του Τόκυο. Βουνό με ενεργό ηφαίστειο.

Ετικέτες , ,

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

94. Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος: Καντώνα (ή Γκουανγκτζόου)


Ένα άδειο κρεβάτι στην Κίνα

Αφήσαμε τη Σου Τσι Τσιν ν' αναπαυθεί, ακόμη δεν είχε νυχτώσει για καλά, πήραμε τους δρόμους, να ιδούμε κι από μόνοι μας την Καντώνα.

Είναι πάντα μια μικρή ηδονή, μπορεί και μεγάλη, άγνωστος ανάμεσα σ' αγνώστους να γυροφέρνεις μια πολιτεία. Είναι μια σμίξη περίπου ερωτική, η πρώτη σμίξη. Οι δρόμοι ξετυλίγονται ατέλειωτοι, χλιαροί και θαμποφωτισμένοι. Τα μαλακά παπούτσια από τσόχα ή κάτι παρόμοιο, αφήνουν απάνου στα πεζοδρόμια ένα λαχανιασμένο σούρσιμο, καθώς από κυνηγημένα ερπετά. Τα καταστρώματα είναι γεμάτα ποδήλατα, ρίκσας και φαρδιές ταλίκες, που τις τραβούν αποκαμωμένα άλογα ή ένα σμάρι ιδρωμένοι άνθρωποι, τρεις από δω, τρεις από κει, φορτωμένες φτηνές πραμάτιες. Άλλοτε η πιο φτηνή πραμάτια, σε τούτη την πολιτεία είταν η γυναίκα. Δεν πρόφταινε το κορίτσι να δέσει καρπό και γινόταν το λάφυρο του καθενός.

[....] Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά, το πλήθος μπαινοβγαίνει ακαταπόνητο, έτσι σα να μην έχει σε τούτον τον κόσμο άλλον προορισμό, να μπαινοβγαίνει. Δεξόζερβα παρακλαδίζουν δρομάκια στενά, σκοτεινά, στριφογυριστά, συχνά αδιέξοδα, τα δρομάκια της αρχαίας Κίνας, όπου ο άνθρωπος χάνει τον άνθρωπο κι όλοι τον εαυτό τους.

Από τη Νέα Εστία - τχ.916
Σεπτέμβριος 1965
*
Φωτ: english.people.cn
Καντώνα (Guangzhou): o Ποταμός των Μαργαριταριών

Ετικέτες , ,

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

93. Marguerite Duras: Πνομ Πενχ


Ο εραστής

Δεν ξέρω ποιος τράβηξε τη φωτογραφία της απόγνωσης. Εκείνη όπου στεκόμαστε στην αυλή του σπιτιού μας στο Ανόι. Ίσως ο πατέρας μου για μια τελευταία φορά. Σε λίγους μήνες θα επιστρέψει στη Γαλλία για λόγους υγείας. Λίγο πριν θ' αλλάξει πόστο, θα διοριστεί στην Πνόμ-Πενχ. Θα μείνει μερικές εβδομάδες. Θα πεθάνει σε λιγότερο από ένα χρόνο. Η μάνα μου θα αρνηθεί να τον ακολουθήσει στη Γαλλία, θα μείνει εκεί που βρίσκεται. Στην Πνομ-Πενχ. Στην έξοχη κατοικία που βλέπει τον Μεκόνγκ, το παλιό παλάτι του βασιλιά της Καμπότζης, στη μέση του τρομαχτικού πάρκου, εκεί όπου η μάνα φοβάται. Κοιμόμαστε και οι τέσσερις στο ίδιο κρεβάτι. Λέει πως φοβάται τη νύχτα. Σ' αυτό το σπίτι η μάνα μου έμαθε για το θάνατο του πατέρα μου. Θα το καταλάβει μια μέρα πριν το τηλεγράφημα, από ένα σημάδι που μόνο αυτή είδε κι άκουσε: από το πουλί που λάλησε ξετρελαμένο μέσα στη μαύρη νύχτα, χαμένο στο γραφείο του πατέρα μου στη βόρεια πτέρυγα του παλατιού. Κι ήταν στο ίδιο σπίτι, λίγες μέρες μετά το θάνατο του πατέρα μου, που η μάνα μου αντίκρισε μπροστά της το φάντασμα του πατέρα της, του δικού της πατέρα. Ανάβει το φως. Τον βλέπει. Στέκεται κοντά στο τραπέζι, ορθός μέσα στο τεράστιο οκτάγωνο σαλόνι του παλατιού. Την κοιτάει. Θυμάμαι ένα ουρλιαχτό, ένα απελπισμένο κάλεσμα. Μας ξύπνησε, μας διηγήθηκε την ιστορία, το τι φορούσε, το γκρίζο κυριακάτικο κοστούμι του, πώς στεκόταν, το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Λέει: τον φώναξα όπως όταν ήμουν μικρή. Λέει: δεν φοβήθηκα. Έτρεξε προς την οπτασία που εξαφανιζόταν. Οι δυο τους πέθαναν σε μέρες και ώρες των πουλιών, των εικόνων. Από κει ξεκινάει χωρίς αμφιβολία ο θαυμασμός μας για τις γνώσεις της μάνας μας, για τα τόσα που ήξερε για όλα τα πράγματα, ακόμα και για το θάνατο.

Μαργκερίτ Ντυράς

Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου

από το βιβλίο Εραστής
Εκδόσεις: Εξάντας, 1985
*
Φωτ: Gnosis

Πνομ Πενχ, ο ποταμός Μεκόνγκ

Ετικέτες , ,

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

92. Max Dauthendey: Κευλάνη (Σρι Λάνκα)


Ο κήπος δίχως εποχές

Από το πρωί ίσαμε αργά τ' απόγεμα, ένας μικρός σιδερόδρομος με γρανάζια, στην Κεϋλάνη, ανεβοκατεβαίνει ανάμεσα στην πολιτεία του Κολόμπο, κάτω στη θάλασσα, και στα τελευταία σπίτια του Νουβάρα-Ελίγια, πάνω στην κορφή του βουνού. Ανεβαίνοντας, βλέπει κανένας να χάνουνται πέρα στο βάθος οι κανελλόκηποι του Κολόμπο. Τα πράσινα αμφιθέατρα που σχηματίζουν οι φουντωμένες φυτείες του τσαγιού και οι ταράτσες των χωραφιών που είναι σπαρμένα με ρύζι, βουλιάζουν σαν ανοιγμένες ομπρέλλες πλάι στις ανηφορικές ράγες. Κάμποι με ασημένιες λίμνες αστράφτουν σαν πελώριες θαλασσινές μαργαριτομάννες. Πύργοι έρημων αρχαίων ναών υψώνουνται σαν καλαμιές στους όχτους. Μυτερές βουνοκορφές, που σχηματίζουν κώνους, κυκλώνουν σα γαλάζιες πυραμίδες τον ορίζοντα, και το Adams Peak ρίχνει την ξακουστή τρίγωνη σκιά του ως το ηλιοβασίλεμα, παρόμοια μ' ένα γιγάντιο δείχτη ηλιακού ρολογιού, πάνω από τα μεσόγεια της Κεϋλάνης, που τήνε λένε λαμπερό νησί.

Λίγο προτού πέση ο ήλιος, το τραίνο φτάνει πάνω στις βουνοσειρές, δεκατέσσερις χιλιάδες πόδια ψηλά, ανάμεσα σε σιωπηλά δάση από βρύα, κι' άλλα μεγαλύτερα από πρασινισμένα δέντρα, που τα πνίγουν κι' αυτά οι αγριάδες. Οι σωροί των δέντρων φυτρώνουν ο ένας πλάι στον άλλο, ασάλευτοι σαν γκρίζα πετρώματα, σα να στηρίζουνταν, λες, μέσα στον ψυχρό κι' ανάλαφρο αγέρα, από το φόβο μη λάχη, καθώς στέκουνται έτσι στις απότομες κείνες πλαγιές, πάνω στ' αθώρητα ύψη, και τα πιάση κανένας ίλιγγος και κατρακυλήσουν βαθειά, κάτω στην άβυσσο.

Μαξ Ντότεννται

Μετάφραση: Λέων Κουκούλας

Από την Νέα Εστία - τχ. 145
Ιανουάριος 1933
(αρχείον ΕΚΕΒΙ)

*
Φωτ: defence.pk, by Kanna
Σρι Λάνκα, Κολόμπο

Ετικέτες , ,

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

71. Anna de Noailles: Κωνσταντινούπολη


Πόλη

Είδα την Πόλη ως ήμουνα παιδί, και τη θυμάμαι
σαν κάτι ονειρεμένο.
Θυμάμαι κάποιο μιναρέ γαλάζιο, κι' ένα βάζο
με σμύρνα γεμισμένο.

Θυμάμαι, στα Γλυκά-νερά, το λαγγεμένο βράδυ
το δίχως τελειωμό:
σα φίδι μού τριγύριζε με θέρμην από τότε
η Ποίηση το λαιμό.
. . . . . . . . . .

Και στοχαζόμουνα σαν τι, στο τρυφερό παλάτι,
ποια τάχα συντυχιά,
ποιο βεζυρόπουλο τρελό για πάντα θα μ' εκράτει
σε μια γλυκειά σκλαβιά!

Ό αιθέρας μοιάζει χλιαρός στη δύση, κ' είν' η γης
βαριά, το καλοκαίρι.
Στενάζει από την ηδονή και βράζει η έμορφιά
στ' Ανατολίτικα τα μέρη.

Πολύχρωμα συντέφια κι' ω! βραχιόλια από κοράλι,
παζάρια ευωδιασμένα,
σταφύλια από το Βόσπορο τριανταφυλλιά, που μοιάζουν
φτιασιδωμένα !

Άγρια κι' ολόθερμη ζωή, ξέγνοιαστη κι' ερωτιάρα,
κοιμάσαι όλη τη μέρα.
Κ' είναι, τη νύχτα, οι πόθοι σου σκυλιά, τα στόματά τους
φλογίζουν τον αγέρα.

Ω! τ' Αρναούτ-κιοϊ συκιές, πολύφωτε ουρανέ,
μονότονη γοητεία,
να βλέπεις πάντα μιαν ακτή, που σκλάβα της κρατάει εκεί
την Ευτυχία!

«Τα φώτα της Αγιά-Σοφιάς δάσος, και το λιβάνι
κρυμμένο περιβόλι,
στο λαγγεμένο της κορμί στηλώνεται, κι' αφήνει
να τη θαυμάζουν όλοι...»
. . . . . . . . . .

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω πλάι στα νερά τ' αμαρτωλά
κι' από του ήλιου το χάδι,
τη χώρα αφιερώνοντας του μισοφεγγαριού
στην Άρτεμη, το βράδυ.

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω κατ' από μια δαμασκηνιά
τρώγοντας κουκουνάρι.
Εκεί που ετοίμαζ' η Ξανθώ το χτυποκάρδι του Σενιέ,
όλη δροσιά και χάρη.

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω στα βέλα τα μεταξωτά
και μέσ' τα κεχριμπάρια,
που δένουν και σκεπάζουνε τα μπράτσα τα λαχταριστά,
ανάλαφρα κι' ανάρια.
. . . . . . . . . .

Κανένας δε θε νά 'ξερε τον ξέφρενό μου πόνο
δε θα 'χα τραγουδήσει:
θα 'χα κρατήσει απάνω μου, σα μια πελώρια λύρα
του ήλιου τη χρυσοβρύση.
. . . . . . . . . .

Άννα Ντε Νοάιγ

Μετάφραση: Μυρτιώτισσα

Από την
παγκόσμιο ανθολογία - τόμος Α'
Eκδ. Γεωργίου Παπαδημητρίου, 1953

*
Φωτ: turkiyerehberi.gen.tr

Ετικέτες , , ,

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

69. Νίκος Εγγονόπουλος: Τελ Αβίβ


Τελ Αβίβ

η Ελεωνόρα
η χρυσή κόρη
έπαιζε άρπα
με τα ωραία
λευκά της
χέρια

από την άρπα
όμως
δεν ακουγότανε
ήχος κανείς

όλη η μουσική ήτανε
μέσα
στα έμορφά της μάτια
ανάμεσα
στα πράσινά της τα μαλλιά

από την άρπα
όμως
βγήκαν
το ένα κατόπιν του άλλου
ένα πουλί
μια πλάκα πράσινο σαπούνι
κι' ένα
σίδερο
του σιδερώματος
— από τα κοινότατα —
αυτά ακριβώς
που οι Ζυγιώται
ονομάζουν
εν ώρα καταιγίδας
Ars Amantis

Από το βιβλίο Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν * Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής
Εκδόσεις: Ίκαρος, 1966

*
Φωτ: ctotours.com

Ετικέτες , ,

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

67. Sten Jacobson: Πούρι


Στην παραλία της Πούρι

Ώρα 6 το πρωί
Κατεβαίνω στην παραλία
Χθες βράδυ κατέβηκε ένας σκύλος
στην παραλία της Ανατολικής Ινδίας.
Ο σκύλος ήρθε
για να πεθάνει
Στέκομαι στην παραλία
Ο ασυγκίνητος βρίσκει τον σκύλο
Σε λίγα έμπειρα νερά χωριζόμαστε
Αυτή τη στιγμή
Οι κοσμοθεωρίες μας δεν εμπιστεύονται η μία
την άλλη

Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου

από την ανθολογία Σύγχρονοι Σουηδοί Ποιητές
Εκδόσεις: Αστρολάβος/Εύθύνη, 1988

*
Φωτ: indiamike.com

Ετικέτες , ,

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

66. Jens Ingvald Bjørneboe: Χιροσίμα


Το τραγούδι της Χιροσίμα

Ήταν ένα όμορφο πρωινό
στην πόλη της Χιροσίμα,
ένα καλοκαιρινό πρωινό του 1945.
Ο ήλιος έλαμπε
σ' ένα γαλάζιο ανέφελο ουρανό
εκείνο το καλοκαιρινό πρωί του 1945.

Τα κοριτσόπουλα παίζανε
ανάμεσα στα δέντρα και στους κήπους
κάνοντας ό,τι κάνουν κι οι μεγάλοι.
Στολίζαν τις κουκλίτσες τους,
χτένιζαν με φροντίδα τα μαλλιά τους.
Οι γυναίκες κόβαν το ψωμί στις κουζίνες.

Και πολλά μικρά παιδιά
κοιμόνταν ακόμα στα κρεβατάκια τους
γιατί ήταν νωρίς το πρωί.
Ο ήλιος ήταν όμορφος και ζεστός,
η δροσιά απλωνόταν στα λιβάδια
και τα λουλούδια ανοίγανε τα φύλλα τους.

Ήταν ένα όμορφο πρωινό
στην πόλη της Χιροσίμα
εκείνο το καιλοκαιρινό πρωί του 1945.
Κι ο ήλιος έλαμπε
στον γαλάζιο και ανέφελο ουρανό
το καλοκαιρινό πρωινό του 1945.

Γενς Μπιέρνεμπε

Μετάφραση: Γιώργος Χριστογιάννης

από την ανθολογία Νορβηγοί ποιητές 1900-1985
Εκδόσεις: Εστία, 1985

*
Φωτ: theodora.com
Το Μουσείο Ειρήνης στο κέντρο της Χιροσίμα.

Ετικέτες , ,

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

47. Zeki Ömer Defne: Αϊβαλί


Ραντεβού στο Αϊβαλί
Αφιερώνεται στον Έρμο Αργαίο

Του Μαγιού με τα κεράσια και τα τριαντάφυλλα
Η ζεστασιά καθώς θ' αρχίσει στο Αϊβαλί να κατεβαίνει
Απ' τους μπαχτσέδες και την ποίησήη του
Εσείς, εγώ, ο Γιορουλμάζ
Με ρακί καζανιαστό
Και κονιάκ ελληνικό
Έτσι μια μέρα να σμίξουμε η πεντάδα
Στου Σεϊτάνσοφρά σε μια γωνιά
Της θάλασσας καθώς θ' αρχίζει η φωταψία ένα δείλι.
Έτσι κάπου να κάτσουμε
Και τον ήλιο μας κανείς μη μας τον κρύψει
Του απομεσήμερου τον ορίζοντα να σκοτεινιάσει
Κανείς να μην τολμήσει το τραπέζι μας μακριά να πάρει
Απ' τις όμορφες εκείνες που ζούμε ώρες
Σε τέτοιον τόπο να σταλιάσουμε
Όπου ποτήρι κανενός τη φιλία μας θα σκιάσει.
Να πιούμε παρέα γεμίζοντας
Απ' του ολόγιομου φεγγαριού κομμένο το ποτήρι στην Ανατολή
Και απ' την ίδια χρυσή κούπα πίνοντας κρασί
Ο Ποσειδώνας με το Διόνυσο στη Δύση
Την ίδια στιγμή σηκώνοντας τα ποτήρια
Και στέλνοντας μηνύματα
Να πιούμε στην υγειά της ανθρωπιάς, και της φιλίας
Κι ας λένε πώς αυτό είναι μια ουτοπία...
Να πίνουμε αιώνια αδελφωμένοι
Τραγουδώντας και απαγγέλοντας ποιήματά μας
Και της κιθάρας οι μελωδίες στ' αυτιά μας να ηχούνε
(1977)

Ζεκί Ομέρ Ντεφνέ

Μετάφραση: Έρμος Αργαίος

από την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης
Εκδόσεις: Αλφειός, 1981

*
Φωτ: Welcome to greece2india Blog
To Αϊβαλί, όπως φαίνεται από το Μοσχονήσι.


Ετικέτες , ,

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

45. Oles Gontsar: Ρανγκούν


Μια αναλαμπή ευτυχίας

Στην τροπική πόλη, όπου οι νεαροί στρατιώτες με τα μελαψά πρόσωπα και τις πρασινωπές σαν του χρώματος της ζούγκλας στολές τους στέκουν με τα αυτόματα τους στις σκοπιές, στην πόλη των ολόχρυσων βουδικών ναών, που υψώνονται στον ουρανό σαν θημωνιές με κιτρινοκόκκινες ανταύγειες, στην πόλη που η νύχτα πάνω της πέφτει απαλά και πολύ νωρίς και στο σκοτάδι του παλατιού, λες και βγήκε από τα παραμύθια της Σεχραζάντ, ξαφνικά φάνηκε ένα πρόσωπο με όμορφη κατατομή σαν δακτυλιδόπετρα και στη σκηνή, που λάμπει από την υπέροχη ανατολίτικη πλαστικότητα, τα χέρια των χορευτριών τραγουδούν, πλέκουν το τραγούδι της αγάπης κάτω από τους ήχους ενός θαυμάσιου οργάνου (που δεν μπορέσαμε να μάθουμε την ονομασία του). Σ' αυτήν την παγερή, τροπική, υγρή βραδιά της πόλης Ραγκούν, γεμάτη από μαγικές μελωδίες, ομορφιές και ακατάσχετα όνειρα, θυμήθηκα άγνωστο γιατί αυτή την παλιά ιστορία, ιστορία διαφορετικού γεωγραφικού πλάτους...

Όλες Γκόντσαρ

Μετάφραση: Αλέκος Κουτσούκαλης

από την Ανθολογία Σοβιετικού Διηγήματος (β'τόμ.)
Εκδόσεις: Γνώση, 1986

*
Φωτ: pandaw.com


Ετικέτες ,

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

44. Γιώργος Βέης: Πεκίνο


Για το Πεκίνο

Με το καλοκαίρι έρχεται η αναπόφευκτη πόλη
ν' ακουμπήσει στους ώμους της κερασιάς, της πευκης
απ' τη μεριά της θάλασσας να κυλήσει στις λεωφόρους
ο ειρηνικός των συνειρμών εκεί που διαπλέει ό αέρας

τις δυναστείες των λωτών τώρα τα πατρώνυμα
των άστρων των σημαιών ψηλά οι σημασίες
ως εκεί που πιάνει το μάτι τ' ανείπωτα μα όντως
κρυμμένα στην καρδιά του νερού, γαλήνης γωνία

και σοφίας κειμηλίων λεγεώνων που γέρνουν
στα μέτωπα των βροχών όπως τα πεπρωμένα
από μια μπάντα ανάπαιστοι σέρνουν τις εποχές

βαθιά στις ρωγμές ανεξίτηλη η καρβουνόσκονη
ο ήλιος στ' αλιεύματα, στα δεινά των σωμάτων
αλάθητα φιλιά, διχαλωτά χάδια — η δύση.

-συλλογή: Όπως πέτρα που ρίζωσε στου ποταμού την κοίτη-

από το βιβλίο Γιώργος Βέης, Χρυσαλλίδα στον πάγο
Εκδόσεις: Ύψιλον/βιβλία, 1999

*
Φωτ: bankosphere.files.wordpress.com

Ετικέτες , , ,

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

33. Ελισάβετ Κομνηνού: Άγκυρα


Άγκυρα

Και τώρα πού να σε βρω;
Στη μουσικότητα; Στο πολυσήμαντο μήνυμα;
Στη παλμικότητα; Στο ίχνος;
Στις εύγλωττες μαρτυρίες; Στις γεωμετρίες;

Στις αποσκευές μου ρούχα ελαφρά
Ένας έρωτας τεμαχισμένος προσεκτικά
Φεύγω για την Τουρκία

Και τώρα πού να σε βρω;
Στην Έφεσσο;
Στην Προύσσα; Στην Καππαδοκία;

Και τώρα πού να σε βρω
μισό της ψυχής μου;
Στο Αφιόν και στο Ικόνιο;
Φιμωμένο στόμα. Φιμωμένο σώμα

Πού να σε βρω στην οδύνη
στους δρόμους τους ατέλειωτους
στο φως και στο λιοπύρι
στα σίδερα του φύλακα. Στη Σμύρνη

Και τώρα πού να σε βρω
σ' αυτή την άxαρη πρωτεύουσα;
Μισό της ψυχής μου
Μισό σκοτάδι. Μισό φεγγάρι

Από την συλλογή Μωσαϊκό τοπίων και λόγων
Εκδόσεις: Δωδώνη, 1992
*
Φωτ: iaea.org

Ετικέτες , , ,

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

32. Michael Krüger: Ιερουσαλήμ


Το ταξίδι στην Ιερουσαλήμ

Είδα της Ελλάδας την πέτρινη γροθιά
να κείται στη Μεσόγειο κι ένα πλοίο
να σκίζει το μπλάβο του πελάγου
σε λευκές λωρίδες. Πιο πέρα κατά την Ανατολή
τούρκικα ποιήματα, ανείπωτα,
στα κύματα να λικνίζονται ρυθμικά.
Είδα πώς το νερό απ' τ' αλάτι xωριζότανε
στ' ακρογιάλι το κρυφό.
Ανάμεσα στους γοερούς τους λίθους
γεννήθηκαν τα έπη: η ιστορία
του γαϊδουράγκαθου και του άρτου
που ο ήλιος τα 'χει ψήσει.
Σ' αυτό τον τόπο ξεβράστηκε η γλώσσα
καί κάθε πράγμα τ' όνομα του πήρε.
Ξεκάθαρα το 'βλεπα μπροστά μου:
οι λέξεις φτερούγιζαν όπως κοπάδι πουλιά
πάνω από μέρος παντέρημο.
Ύστερα προσδεθήκαμε και ζωσμένοι
—βαστώντας την αναπνοή μας—
φτάσαμε στην αγαπημένη xώρα.

Μίχαελ Κρύγκερ

Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου

από την Ποίηση,τ.22
χειμώνας 2003
*
Φωτ: islamic-architecture.info

Η θέα από το Όρος των Ελαιών

Ετικέτες , ,

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

17. Mukund R. Dave: Κατζουράχο


Βλέποντας ένα γλυπτό στο Κατζουράχο

Η σάρκα σου
Μέσα σε τρυφεράδα βυθισμένη
Η χάρη της
Σε ευδαιμονία σε κρατεί
Κι' οι δυο σας ζήσατε
Αιώνες
Ζευγάρωμα ψυχών μέσα στην πέτρα

Κάθε φορά που προσπαθώ
Να γίνω σαν κι' εσένα
Μου ξεφεύγει η απόλαυση
Γιατί
Ένα μικρό καπάκι πλαστικό
Σαν το μετάξι λείο
Με εμποδίζει
—Εμέ κι' αυτήν—
Να φτάσουμε στα ουράνια

Μετάφραση: Βασίλης Γ. Βιτσαξής

από το βιβλίο Σύγχρονη Ινδική Ποίηση
Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας
*
Φωτ: apherald.com
Κατζουράχο (Khajuraho), χωριό στα βόρεια της επαρχίας Madhya

Pradesh, στην Ινδία, γνωστό για τους ναούς με τα περίφημα
τολμηρά ερωτικά γλυπτά.

Ετικέτες , ,

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

5. Bertolt Brecht: Μπενάρες


Το τραγούδι του Μπενάρες
Benares Song

1
Αυτή η πόλη δεν έχει ουίσκι να μεθύσουμε
Ούτε ένα μπαρ για να καθίσουμε
Ω!
Πού είναι το τηλέφωνο;
Δεν έχει ούτε τηλέφωνο;
Ω, κύριε, στο διάολο:
Όχι!
Μπρος πάμε στο Μπενάρες
Όπου είναι μπόλικα τα μπαρ
Μπρος πάμε στο Μπενάρες!
Πάμε, Τζένη.

2
Αυτή η πόλη χρήμα δεν μπορεί να βγάλει
Ολόκληρη η οικονομία έχει κλατάρει
Ω!
Πού είναι το τηλέφωνο;
Δεν έχει ούτε τηλέφωνο;
Ω, κύριε, στο διάολο:
Όχι!
Μπρος πάμε στο Μπενάρες
Όπου είναι μπόλικο το χρήμα
Μπρος πάμε στο Μπενάρες!
Πάμε, Τζένη.

3
Δεν έχει πλάκα στο γέρικο πλανήτη μας
Ούτε μια πόρτα μισάνοιχτη για μας
Ω!
Πού είναι το τηλέφωνο;
Δεν έχει ούτε τηλέφωνο;
Ω, κύριε, στο διάολο:
Όχι!

Χειρότερο απ' όλα, λέγεται ότι το Μπενάρες
Ένας σεισμός το έχει εξαφανίσει!
Ω, το καλό μας το Μπενάρες!
Ω, πού να πάμε τώρα;
Χειρότερο απ' όλα, λέγεται ότι το Μπενάρες
Ένας σεισμός το έχει τιμωρήσει!
Ω, το καλό μας το Μπενάρες!
Ω, πού να πάμε τώρα;

Μετάφραση: Νάντια Βαλαβάνη
(από το αγγλικό πρωτότυπο)

Από το βιβλίο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ποιήματα
Εκδόσεις: Σύγχρονη Εποχή, 1992
*
Φωτ: Fair Observer
H ινδική πόλη Μπενάρες, ή Βαρανάσι όπως λέγεται σήμερα, κτισμένη στη
δυτική όχθη του Γάγγη, στο ινδικό κρατίδιο Ούταρ Πραντές, θεωρείται
ιερή πόλη (κέντρο του ινδουισμού) και είναι από τις αρχαιότερες συνεχώς
κατοικημένες πόλεις στον κόσμο.

Ετικέτες , ,

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

4. Arna Wendell Bontemps: Ιερουσαλήμ - Βηθεσδά


Νυχτερινό στη Βηθεσδά

Μου φάνηκε πως είδα έναν άγγελο να χαμηλοπετάει,
μου φάνηκε πως είδα τον παλμί μιας φτερούγας
απάνω στίς μουριές' αλλά, ποτέ πια τίποτα.

Η Βηθεσδά κοιμάται. Αυτός ο αρχαίος βάλτος
που γιάτρευε αμέτρητους Εβραίους γενειοφόρους
δεν ξυπνά. Αυτός ο βάλτος που τον ανατάραζαν
οι άγγελοι, πια είναι ακίνητος. Γιατί
κανένας σήμερα, άγγελος δεν τον αγγίζει
κανένας Σωτήρας δεν έρχεται, κρατώντας την υγεία,
για να γιατρέψει τους αρρώστους
και να προστάξει στο χωλό να σηκωθεί και να πηδήξει
Έχει περάσει η χρυσή εποχή. Τότε προς τι η αναμονή
τόσον καιρό στα μαρμαρένια σκαλοπάτια, ενώ το αίμα
αναπηδά από τις ανοιχτές πληγές μας; και γιατί
τα νέγρικά μας πρόσωπα ψάχνουν τον άδειο ουρανό;
Μήπως κάτι πολύτιμο να 'χομε λησμονήσει,
μήπως το χάσαμε καθώς περιπλανιόμαστε σε ξένα μέρη;

Ήταν μια μέρα, τώρα το θυμάμαι,
εχτύπησα το στήθος μου και φώναξα:
«Πλύνε με, Κύριε, πλύνε με μ' ένα κύμα ανέμου
πάνω απ' του κριθαριού τον κάμπο'
πλησίασε. "Ον θειο, σιωπηλό, πλησίασε!
Περπάτησε στους λόφους με πόδι αλαφρό, λεπτό
και μπρος στον καταρράχτη σταμάτησε και μίλησε.

«Βύθισε χέρια λευκά στο βάλτο με τους κρίνους
και θρήνησε πάνω στις άρπες στα δέντρα κρεμασμένες
κοντά στη Βαβυλώνα, πέρα ως πέρα στην ακροποταμιά,
όμως, σε ικετεύω, θυμήσου με προτού το καλοκαίρι
τελειώσει και τα ρόδα χάσουν την πορφυράδα τους.»

Ο αρχαίος τρόμος μού σφίγγει την καρδιά, φοβάμαι
τα ήσυχα νερά και τα χλωμά λυκόφωτα.
θα 'ρθούν μέρες καλύτερες όταν θα 'χω πεθάνει,
θαυματουργοί θα υπάρχουν βάλτοι μα εγώ θα μείνω αγιάτρευτος.
Αστέρια φεγγοβόλα θα λάμπουνε τρεμουλιαστά για πάντα
πάνω απ' τον τόπο όπου θα κείτομαι έρημος.

Κι όμως ελπίζω, φλέγομαι να ζήσω
Και αν υπάρχει επιστροφή υστερ' από το θάνατο
θα επιστρέψω. Μα όχι εδώ'
Αν με θελήσετε, κάτω απ' τις φοινικιές της Αφρικής
να με αναζητήσετε. Κι αν δε με βρείτε κει
τότε να με καλέσετε μπορείτε
πέρα απ' τις φωτεινές αμμούδες, όπου
μπορεί ν' ακολουθώ στην έρημο ένα καραβάνι.

Μπορεί θανάτου αιώνες να διατρέξω
με μάτια ήρεμα, μα θα θυμάμαι ακόμα
ένα δέντρο της ζούγκλας με φλογοκόκκινα πουλιά.
Κάτι εδώ έχω ξεχάσει' κάτι πολύτιμο, ακριβό.
θα πάω ν' αναζητήσω στολίδια από αβόριο,
θα πεθάνω για ένα φρούτο της ζούνγκλας.

Συ, Βηβεσδά, δεν ακούς.
Ω πράσινο, ήρεμο νερό ενός βάλτου ασάλευτου!
Η αγάπη σ' άφισε και μ' άφισε.
Ήτανε κάποια μέρα που κρατούσες στην καρδιά
περισσοβλάστηση πανσέληνο
και άκουγες τα λόγια ανθρώπων που 'χουν πια πεθάνει
κι έβλεπες τους αγγέλους να πετούνε.
Υπάρχει μια Ιστορία, στο πρόσωπό σου, απλή'
τα χρόνια σε ρυτίδωσαν. Το ξέρω, Βηθεσδά!
Είσ' όλη θλίψη. Το ίδιο συμβαίνει και σε μένα.

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη Παπά

από την παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης "Ο μαύρος αδελφός"
Εκδόσεις: Τύμφη, 1972
*
Φωτ: delange.org
Η κολυμβήθρα της Βηθεσδά στην μουσουλμανική συνοικία
της Ιερουσαλήμ, κοντά στη Πύλη των Λεόντων.


= = =

Το ίδιο ποίημα από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως
του Κλέωνος Β. Παράσχου, σε μετάφραση Δ. Σταύρου - (εκδ. Παρουσία, 1999)


Νόμισα πως είδα έναν άγγελο να χαμηλοπετά,
νόμισα πώς είδα ένα φτεροκόπημα φτερούγας
πάω από τις μουριές. Αλλά ποτέ πια.
Η Βηθεσδά κοιμάται. Η παλιά αυτή λίμνη
που γιάτρευε πλήθος γενειοφόρων Ιουδαίων,
δεν ξυπνά.
Η λίμνη που κάποτε οι άγγελοι την ανατάραζαν,
δε σαλεύει.
Κανένας άγγελος Κυρίου δεν ταράζει τώρα τα νερά της,
κανένας Σωτήρας δεν κρατεί στα χέρια του φάρμακο θαυματουργό,
κανένας που να πει στον παράλυτο
«Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».
Οι χρυσές μέρες έφυγαν.
Γιατί περιμένουμε τόσο πολύ πάνω στα μαρμαρένια σκαλοπάτια,
με το αίμα να τρέχει από τις ανοιχτές πληγές μας;
γιατί τα μαύρα μας πρόσωπα να ζητούν τον άδειον ουρανό;
Είναι τίποτε εκεί πού το 'χουμε ξεχάσει;
Είναι τίποτε το πολύτιμο που το χάσαμε
περιπλανώμενοι σε ξένες χώρες;

Ήτανε θυμάμαι κάποια μέρα
που στηθοκοπιόμουν και φώναζα:
«Εξάγνισέ με, θεέ, μ' ένα κύμα ανέμου πάνω στα στάχυα!
Ω γαλήνιε Εσύ, έλα, ζύγωσε!
Περπάτησε πάνω στους λόφους με τα πόδια σου τ' αγαπημένα,
και στάσου δίπλα στον καταράχτη και μίλησε.
Βύθισε τ' αγνά σου χέρια στη λίμνη με τους κρίνους,
και θρήνησε πάνω στις άρπες που ακόμα κρέμονται στα δέντρα,
κοντά στη Βαβυλώνα, πέρα ως πέρα στην ακροποταμιά.
Αλλά θυμήσου με, παρακαλώ, προτού το καλοκαίρι φύγει
και τα ροδόφυλλα χάσουν το πορφυρό τους χρώμα».

Η παλιά τρομάρα, ο φόβος των ήσυχων νερών
και των λιποθυμισμένων δειλινών, μου σφίγγει την καρδιά!
θα 'ρθουν καλύτερες μέρες όταν θα 'χω πεθάνει,
θα 'ναι θεραπευτικές πηγές
που εγώ δε θα μπορώ να εύρω τη γιατρειά μου.
Τα φεγγοβόλα αστέρια θα λάμπουν για πάντα και για πάντα
πάνω από τον τύπο όπου θα κείτουμαι έρημος.

Όμως ελπίζω, λαχταρώ να ζήσω ακόμη.
Κι αν υπάρχει ανάσταση νεκρών, θα επιστρέψω.
Αλλά όχι εδώ.
Αν με θελήσετε, να μ' αναζητήσετε
κάτω από τα φοινικόδεντρα της Αφρικής.
Κι αν δεν είμαι εκεί, να με καλέσετε
ανάμεσα από τους αμμουδερούς, λαμπερούς λόφους'
ίσως έκεί ν' ακολουθώ κανένα καραβάνι της ερήμου.

Μπορεί να περάσω, μέσα από αιώνες θανάτου,
με ματιά γαληνεμένα.
Όμως ακόμα θα θυμάμαι ένα δέντρο της ζούγκλας
με πουλιά φλογοκόκκινα.
Ναι, είναι κάτι που το ξέχασα' κάτι το πολύτιμο.
Θ' αναζητώ στολίδια από ελεφαντόδοντο,
θα πεθαίνω για έναν καρπό της ζούγκλας.

Δεν ακούς, Βηθεσδά!
Ω γαλήνιο πράσινο νερό σε λίμνη ασάλευτη!
Η αγάπη σ' εγκατέλειψε καθώς κ' εμένα.
Ήταν κάποια μέρα πού κρατούσες
ένα πλούσιο, ολόγιομο φεγγάρι πάνω στην καρδιά σου,
κι αφουγκραζόσουν τα λόγια εκείνων που έχουν πια πεθάνει.
Και είδες τους αγγέλους να πετούν.
Γράφτηκε μια ιστορία απλή πάνω στο πρόσωπο σου.
Το ξέρω, Βηθεσδά! ! Είσαι λυπημένη.
Κ' εγώ το ίδιο.

Ετικέτες , ,

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

3. Ελισάβετ Κομνηνού: Κωνσταντινούπολη


Κωνσταντινούπολη

Τζαμιά και μιναρέδες στην ομίχλη
Ανάμνηση από λάσπη
και πηχτά ανθρώπινα πλήθη
Μιλούν τις γλώσσες του αγνώστου
και τις μουσικές του νόστου
Με μπαχάρια μυρωδικά
και κάθε λογής αγαθά
ανταλλάσσουν το άπιαστο με την έρευνα
το χέρι και το βλέμμα με το αίσθημα
τη φλόγα και το αρχαίο φίδι
με του Βοσπόρου το γαλάζιο φρύδι...
Όμως «Κωνσταντινούπολη» σημαίνει
αυτό ακριβώς που δεν ανταλλάσσεται:
Γυναίκα ώριμη με παρελθόν και πνεύμα
που όλοι τη θέλουν
και δεν ανήκει σε κανένα

Από την συλλογή Μωσαϊκό τοπίων και λόγων
Εκδόσεις: Δωδώνη, 1992
*
Φωτ: biggerthanfive.com

Ετικέτες , , ,