λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

83. Anna de Noailles: Βερόνα


Μια βραδιά στη Βερόνα

Βερόνα, τις πλατείες σου το βράδι ασημοβρέχει
με σμιλακιές και κυπαρίσσια, οι ρόδινοι ουρανοί
χαρακωτοί και δείχνεται σαν από μιναρέδες
πρασινοπένθιμο στεφάνι η χώρα να φορεί.

Στου παλατιού ξεθωριασμένα τα χρυσάφια κοίτα
πώς κυματίζει λαμπερή μια χλαίνα χνουδωτή!
Τα ερωτικά τα περιστέρια υπάκουα
ανατριχιάζουν εκεί πέρα από ηδονή.

Ανάμεσ' απ' τους τούβλινους τοίχους που καθρεφτίζει
στο ρέμμα του ο Αδίδης ρέει πλατύς, κοκκινωπός
ορμητικά, γοργά. Στην πόλη της Ιουλιέττας
του αιμάτου έχει το χρώμα ο ποταμός!

Τραγική γλύκα πολιτείας αιματοσπαραγμένης!
Δρόμοι, που ζουν τα περασμένα κάτου απ' το φτερό
του κοιμισμένου ανέμου! Να! Μιας μάσκας ο ίσκιος τρέχει
στων εραστών πολέμιων το χορό.

Τινάζομαι, το σπίτι σου ξανοίγω, Ιουλιέττα,
κατάμαυρο, για κλάυματα, κρύο κάρβουνο: είν' εκεί
που ο δροσερός κορυδαλός με το κελάδισμά του
σε τρόμαξεν. Ω εσύ,

πώς κάηκες, πώς φαγώθηκες, του μαρτυρίου νεράιδα!
Τι ωραίο του πόθου πύρινου που σ' άρπαξε το κύμα,
την ώρα που έξαφνα έκραξες:
— "Παραμάνα, ετοιμάστε μου το μνήμα!

Το μνήμα μου ετοιμάστε και το ξόδι μου,
βιολετί, μαύρο στρώστε μου το νυφικό κλινάρι,
ανίσως δεν τον αγκαλιάσω τον ομορφονιό,
που έλαμπε μέσ' στον κήπο σα φεγγάρι.»

Αγνάντια στην ηρωική, στη γοερή σου μάνητα,
στο βάσανο που σ' έκαιγε, στα σκούσματά σου εμπρός,
η δίψα είναι πηγή αναβρυστική
και η πείνα χορτασμός.

Σαν τον ανίκητο έρωτα που τον εξευγενίζουν
τα δάκρυα, άλλο τίποτα δε βρίσκεται εδώ κάτου,
το γνώριζες. Ο πόλεμος, η λοιμική, η φωτιά,
χλωμά είν' αντιφεγγίσματά σου.

— Πού είν' αδερφή μου, ο κόρφος σου κ' η αυγερινή σου όψη;
Νύχτα' σου φέρνω την καρδιά μου, βογγοαναστενάζει
το περιστέρι απάνω στη συκομουριά
σα να πεθαίνει από μαράζι...

Βαρύ παλάτι παραπέρα πορφυροβαμμένο,
κλειστά τα παραθύρια του τα πράσινα κρατεί
σε πλατιά αχνοτριανταφυλλιά. Χινόπωρο ένα βράδι
έγραφε την Παράδεισό του ο Ντάντες μέσα εκεί.

Με γλύκα θεία τα μάτια του γεμίζουν γύρω οι λόφοι
την ώρα που αποκαρωμένοι, σκεπτικοί, για ιδές!
το γλυκοχάραγο ουρανό της Ιταλίας οι άγγελοι
σγέρνουν απάνου από τις σμιλακιές.

Μα πιο πολύ μού είσαι ακριβό, του μεθυσιού εσύ σπίτι
κ' εσύ μπαλκόνι, απ' τ' αηδονιού τους γόους λαχταριστό!
Αυτού χαϊδολογούσες, Ιουλιέττα,
το Ρωμαίο στο λαιμό σου κρεμαστό!

Μα πιο πολύ μού είσαι ακριβό, του πυρετού μπαλκόνι
σκοταδερό, που η μεταξένια η σκάλα σου λαλούσε
στριφογυρνώντας και το ταίρι, σμίγοντας τα χείλη του
μ' ένα «πια σ' έχω» σε λυγμούς ξεσπούσε.

- Ευλογημένος ο έρωτας μέσα κι απάνου σε όλα
ιερό κι ας είναι τ' όνομά του, ακέρια πέρα ως πέρα
και η βασιλεία του! Τις δάφνες και τα ρόδα φέρνω
στων Καπουλέτων μοναχά τη θυγατέρα.

Άννα Ντε Νοάιγ

Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς

από την παγκόσμιο ανθολογία ποιήσεως, τόμος Α'
Εκδόσεις: Γεωργίου Παπαδημητρίου, 1953
*
Φωτ: Italian Tourism Official Website

Ετικέτες , , ,